Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Επέτειος εορτασμού της «Μάχης της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824)


Σάββατο 1 Αυγούστου 2020, 10.00
Θέση «Ταμπούρια»

Ανακοίνωση

                   Επέτειος εορτασμού της «Μάχης της Άμπλιανης 14 Ιουλίου 1824»

Ο Δήμος Δελφών και η Εταιρεία Φωκικών Μελετών συνδιοργανώνουν εκδήλωση τιμής και μνήμης για τη μάχη της Άμπλιανης που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 1η Αυγούστου 2020 στην θέση «Ταμπούρια», στο πραγματικό πεδίο μάχης με το ακόλουθο πρόγραμμα: 

10.00 :  Προσέλευση, Χαιρετισμοί, Επιμνημόσυνη δέηση, Πανηγυρικός της ημέρας,  

               Κατάθεση στεφάνων, Ενός λεπτού σιγή, Εθνικός Ύμνος

Ο εορτασμός θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των έκτακτων μέτρων που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση διασποράς του κορωνοϊού.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΜΠΛΙΑΝΗΣ ΦΩΚΙΔΑΣ

Οι επαναστάτες Έλληνες συντρίβουν την ισχυρότατη στρατιά εισβολής του Δερβίς Πασά.

196 χρόνια μετά επιβάλλεται να τιμήσουμε και να αναδείξουμε το γεγονός της μάχης αυτής, που τυγχάνει άγνωστη για το ευρύ Ελληνικό κοινό.

Η μάχη της Άμπλιανης  ήταν από τις σφοδρότερες του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα με συμμετοχή 12.000 Τούρκο – Αλβανών και 1.200 Ελλήνων.

Η αμυντική γραμμή των Ελλήνων με τους 10 ισχυρούς προμαχώνες (ταμπούρια) πάνω στην παλιά οδό Ζητουνίου (Λαμίας) – Σαλώνων (Άμφισσας), αντιστέκεται ακόμα στο χρόνο στη Δυτική πλαγιά του Παρνασσού και είναι ίσως το μοναδικό σωζόμενο πεδίο μάχης σε όλη τη χώρα από τις μάχες του Αγώνα της Εθνεγερσίας του  1821.

Πρόκειται για μια πολύ μεγάλης Στρατηγικής σημασίας μάχη, αφού δεν επέτρεψε στα τουρκικά στρατεύματα να υλοποιήσουν το σχέδιό τους, της καθόδου στην Πελοπόννησο, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα επέφερε για την εξέλιξη του Αγώνα.

Από το Γραφείο Δημάρχου

Ακολουθεί σχετικό σχεδιάγραμμα της θέσης «Ταμπούρια»

Στην προσπάθειά μας να διευκολύνουμε όσους επιθυμούν να παρευρεθούν στον εφετινό εορτασμό της επετείου της μάχης της Άμπλιανης που θα πραγματοποιηθεί την 1η Αυγούστου ημέρα Σάββατο και ώρα 10.00 πμ στο πραγματικό πεδίο της μάχης, παραθέτουμε τις παρακάτω οδηγίες :

Από Άμφισσα προς Λαμία στο 14ο χιλ. δεξιά προς χωματόδρομο 3,5 χιλ. μέχρι καλύβες όπου υπάρχει χώρος parking και στη συνέχεια περί τα 300 μέτρα με τα πόδια μέχρι τα ταμπούρια. (σε όλη την διαδρομή θα υπάρχουν πληροφοριακές πινακίδες).

Περισσότερα για τη Μάχη Εδώ



 

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

14 Ιουλίου 1824: Η νικηφόρα μάχη στην Άμπλιανη Φωκίδας – Οι επαναστάτες ΣΥΝΤΡΙΒΟΥΝ την ισχυρότατη στρατιά εισβολής του Δερβίς πασά

Του Χρόνη Βάρσου
Φιλολόγου-Ιστορικού ερευνητή


Τελειώνοντας το 1823 η οθωμανική αυτοκρατορία, μετά και την απόλυτη αποτυχία των θερινών εκστρατειών της στη Στερεά (Μουσταής της Σκόδρας και Ομέρ Βρυώνης στη δυτική Στερεά και οι Γιουσούφ Περκόφτσαλης και Σαλιχ Αδριανούπολης στην ανατολική), έδειχνε τελείως αδύναμη να καταστείλει ένοπλα την ελληνική επανάσταση που φαινόταν να έχει σταθεροποιηθεί και επιβληθεί στρατιωτικά, ενώ σε διπλωματικό επίπεδο έθετε έντονα πια την ανάγκη για ευρωπαϊκή παρέμβαση.
To 1824 η επανάσταση του ελληνικού έθνους, έμπαινε πλέον στον τέταρτο χρόνο, και ήδη παρουσίαζε σοβαρά σημάδια κόπωσης. Από την άνοιξη, η συμμαχία του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ (1808-1839) με τον φιλόδοξο ηγεμόνα της Αιγύπτου, Μεχμέτ Αλή (1805-1848), έφερε την ένοπλη σύγκρουση στα όρια της. Ο σουλτάνος τον κάλεσε (με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κρήτης και του Μοριά στον γιό του Ιμπραήμ πασά) να επέμβει στο πλευρό του, εναντίον των απείθαρχων ραγιάδων και να δώσει ένα τέλος στην ελληνική υπόθεση. Έτσι ο ικανότατος Ιμπραήμ πασάς διορίστηκε στις 20 Μαρτίου 1824, βαλής του Μοριά με αποστολή να καταστείλει την επανάσταση των απείθαρχων ραγιάδων.
Το σουλτανικό σχέδιο δράσης εστιαζόταν στον από κοινού συντονισμό των χερσαίων και ναυτικών επιχειρήσεων. Σε πρώτο στάδιο ο ενωμένος τουρκο-αιγυπτιακός στόλος θα κατέστρεφε τις προκεχωρημένες ναυτικές βάσεις των Ελλήνων στο Αιγαίο (Κάσο, Ψαρά και Σάμο). Σε δεύτερο επίπεδο ο τουρκικός στρατός θα κατέστειλε την επανάσταση στη Ρούμελη και ο αιγυπτιακός στο Μοριά. Η τελευταία φάση προέβλεπε την καταστροφή της Ύδρας και των Σπετσών, γεγονός που θα σηματοδοτούσε την οριστική καταστολή του ένοπλου αγώνα των Ελλήνων.

Η αιγυπτιακή επέμβαση, με τον όγκο των ανεξάντλητων δυνάμεων και πόρων που διέθετε, ενίσχυσε σοβαρά την οθωμανική αυτοκρατορία, που πέτυχε την υποταγή της Κρήτης και της Εύβοιας τον Μάιο, την καταστροφή της Κάσου τον ίδιο μήνα και των Ψαρών τον Ιούνιο. Παράλληλα η αναμενόμενη έλευση τον Ιούλιο στο Αιγαίο μιας τεράστιας αιγυπτιακής αρμάδας και η επικείμενη ένωσή της με την οθωμανική, επρόκειτο να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στον ελληνικό στόλο και στα εναπομείναντα ναυτικά οχυρά (Ύδρα, Σπέτσες, Σάμος).
Στον αντίποδα, ο ελληνικός α’ εμφύλιος πόλεμος (25 Νοεμβρίου 1823-12 Ιουνίου 1824) είχε διαταράξει συθέμελα το εσωτερικό μέτωπο και εξαντλήσει σοβαρά τη δυναμική της επανάστασης. Ικανότατοι οπλαρχηγοί, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Οδ. Ανδρούτσος, ο Γ. Καραϊσκάκης είχαν στοχοποιηθεί ως «εχθροί» του έθνους, έπεσαν σε δυσμένεια, αντιμετωπίζονταν με καχυποψία και εχθρότητα και επί της ουσίας είχαν αδρανοποιηθεί από την κυβέρνηση Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου-Κωλέττη. Στο διχασμό συνέβαλε και το 1ο δάνειο 800.000 λιρών που συνήφθη στις 9 Φεβρουαρίου 1824 με αγγλικό τραπεζικό οίκο (μίζες και σπατάλες δεν άφησαν παρά μόνο ένα μικρό μέρος 298.000 λιρών να φτάσει στα δημόσια ταμεία).

Η εισβολή του Δερβίς πασά στην ανατολική Ρούμελη

Στο χερσαίο πεδίο, υλοποιώντας το τουρκο-αιγυπτιακό σχέδιο, ο νέος Ρούμελη-βαλεσή, Ιμπραήμ Δερβίς πασάς (1770-1826), πρώην πασάς του Βιδινίου, που αντικατέστησε τον αποτυχόντα Μεχμέτ Εμίν Εμπού Λουμπούτ της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 1824, έχοντας υπό τις διαταγές του τους Γιουσούφ πασά Περκόφτσαλη της Βράϊλας (πρώην Μόρα-βαλεσή) και Αμπάζ Ντίπρα, ξεκινώντας από τη Λάρισα στα μέσα Ιουνίου 1824, έφτασε με 15.000 στρατό στη Λαμία (10.000 σύμφωνα με τον Δ. Κόκκινο ή 12.000 κατά τον Σπηλιάδη).
Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρονη εισβολή του Ομέρ Βρυώνη, πασά των Ιωαννίνων, με 5.000 στρατό, από την Άρτα μέσω Ακαρνανίας προς τη Ναύπακτο και του Ομέρ πασά της Καρύστου με 3.000 στρατό στην Αττική. Οι ενωμένες πλέον σουλτανικές δυνάμεις, συμποσούμενες σε 23.000, αφού θα διέλυαν την επανάσταση στη Στερεά, θα περνούσαν μέσω Ναυπάκτου στην Πελοπόννησο.



Γιώτης Δαγκλής (1787-1829)


Γεώργιος Δράκος (1788-1827)

 

Κίτσος Τζαβέλας (1801-1855)


Στις 23 Ιουνίου η στρατιά του Δερβίς πασά από τη Λαμία στρατοπέδευσε στην περιοχή Αμουρίου-Λιανοκλαδίου-Κομποτάδων. Παρά την καταστροφή (από κεραυνό ή δολιοφθορά) 300 κιβωτίων πυρομαχικών στις 25 Ιουνίου στο οθωμανικό στρατόπεδο στο Λιανοκλάδι, με 30 νεκρούς και 400 κατεστραμμένες άμαξες, που καθυστέρησε την όλη επιχείρηση λόγω της αναμονής νέων εφοδίων από τη Λάρισα, η πορεία προς τη Φωκίδα δρομολογήθηκε κανονικά. Ο οθωμανικός στρατός χωρίστηκε σε 3 τμήματα: Το πρώτο από 1.500 άνδρες θα επιχειρούσε μέσω Υπάτης-Οίτης-Βαρδουσίων να προσεγγίσει το Λιδωρίκι. Το δεύτερο και ισχυρότερο, από 9-10.000 πεζούς, 2 κανόνια και 1.000 ιππείς, υπό τους Γιουσούφ πασά και Αμπάζ Ντίπρα, θα προήλαυνε μέσω Χαλκωμάτας-Μπράλλου-Γραβιάς προς την Άμφισσα. Το τρίτο τμήμα υπό τον Δερβίς πασά, με 2.000 πεζούς και 500 ιππείς, θα προστάτευε τις συγκοινωνίες μέσω του στενού των Θερμοπυλών και θα λειτουργούσε ως εφεδρεία του κυρίως στρατού εισβολής.

Από τη Ναύπακτο, τέλη Ιουνίου, άλλοι 1.500 Τούρκοι κινήθηκαν προς Λιδωρίκι και Μαλανδρίνο αλλά αναχαιτίστηκαν από ελληνικά σώματα υπό τον Δ. Σκαλτσά στη θέση «Ομέρ Εφέντη» (Καστράκι Δωρίδας).

Η τουρκική στρατιά στρατοπέδευσε στη Γραβιά και επιχείρησε στις 6 Ιουλίου με ένα σώμα 6.000 Αλβανών πεζών και 1.000 ιππέων υπό τους Αμπάζ Ντίπρα, Βελή αγά και Πράχο Πρεβίστα να κινηθεί προς Λιδωρίκι μέσω της βόρειας Φωκίδας. Δυο μέρες μετά όμως, στη Μπινίτσα Λιδωρικίου, αναχαιτίστηκε μετά από 6ωρη μάχη, από 350 Έλληνες υπό τους Δήμο Σκαλτσά και Σαφάκα και επέστρεψε ηττημένη στο στρατόπεδο της Γραβιάς.
Παράλληλα και ενώ στην Ήπειρο ο Ομέρ Βρυώνης αδρανούσε, στο μέτωπο της Αττικής, ο Ομέρ της Καρύστου με 3.000 στρατό, αποβιβάστηκε στις αρχές Ιουλίου στον Ωρωπό και ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Αθήνα. Στις 5 Ιουλίου, σε μια σύγχρονη εκδοχή της μάχης του Μαραθώνα, η Αθήνα σώθηκε, όταν ο τουρκικός στρατός εισβολής, νικήθηκε στο ομώνυμο πεδίο μάχης από τους 550 άνδρες του Γ. Γκούρα (φρούραρχος της Αθήνας από τα μέσα Ιουνίου), αφήνοντας 260 νεκρούς και υποχώρησε στο Καπανδρίτι.

Οι ελληνικές προσπάθειες για αναχαίτιση του σουλτανικού στρατού

Μπροστά στον τεράστιο κίνδυνο που διαγραφόταν για την επανάσταση, λόγω της ισχύος του οθωμανικού στρατού εισβολής, η ελληνική κυβέρνηση, μόλις ένα μήνα μετά το τέλος του πρώτου εμφυλίου, και υπό το βάρος των καταστροφών σε Κάσο και Ψαρά, φάνηκε απολύτως αιφνιδιασμένη και ελάχιστα προετοιμασμένη.
Με διάταγμα της 9ης Ιουλίου, παράλληλα με την επανέναρξη της πολιορκίας της Πάτρας, θα δημιουργούνταν 3 στρατόπεδα στην Πελοπόννησο σε Αχαΐα, Ηλεία Μεσσηνία και Κορινθία από 13.500 ενόπλους λόγω του αυξημένου φόβου για πιθανές Αιγυπτιακές αποβάσεις. 
Για τη Στερεά επρόκειτο να διατεθούν περίπου 11.000 μαχητές σε 7 στρατόπεδα: 
Σε Άγραφα (3.000) και Μακρυνόρος (500) για αντιμετώπιση μιας πιθανής εισβολής του Ομέρ Βρυώνη, 
στη Ναύπακτο (400), 
στο Λιδωρίκι (2.500), 
στα Σάλωνα (2.500), 
στο Ζεμενό (1.000) και 
στην Αττική (1.000) για την προστασία της Αθήνας από τον Ομέρ της Καρύστου.

Στο μέτωπο της Φωκίδας, όμως οι μόνες πραγματικά ετοιμοπόλεμες δυνάμεις που θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν τον τουρκικό στρατό, αποτελούνταν από μόλις 600 άνδρες υπό τον 23χρονο οπλαρχηγό Νάκο Πανουργιά (γιό του γερο-Πανουργιά) και 250 εμπειροπόλεμους Σουλιώτες υπό τους Γεώργιο Δράκο, Γιώτη Δαγκλή, Διαμαντή Ζέρβα, Τούσια Ζέρβα και Χριστόφορο Περραιβό. 
Από την Πελοπόννησο ήλθε στις 13 Ιουλίου μόνο μια μικρή βοήθεια από 200 άνδρες με τον 21χρονο Παναγιώτη Νοταρά και 130 επιπλέον Σουλιώτες υπό τον 23χρονο Κίτσο Τζαβέλλα (γιό του ένδοξου πολέμαρχου Φώτου) και τον Γεώργιο Καραϊσκάκη. 
Συνολικά 1.200 μαχητές (σύμφωνα με τους Χρ. Περραιβό, Σπ. Τρικούπη, Απ. Βακαλόπουλο) απέναντι σε 10-11.000 εισβολείς!!. 
Άλλες πηγές αναφέρουν μεγαλύτερους αριθμούς για την ελληνική παράταξη: 
ο Λ. Κουτσονίκας μιλάει για 2.000 ενώ οι Σπηλιάδης και Δ. Κόκκινος για 3.000 που μάλλον αφορούν σώματα στην ευρύτερη περιοχή.


Παναγιώτης Νοταράς (1803-1873)

Η αμυντική οργάνωση της Άμπλιανης

Το σχέδιο του γερο-Πανουργιά ήταν να οργανωθεί μια αμυντική τοποθεσία στην θέση Άμπλιανη (***) Φωκίδας, 3 ώρες από τα Σάλωνα (Άμφισσα) και 1 ώρα από τη Γραβιά, κοντά στο χωριό Βάργιανη, όπου ήταν εφικτό να αναχαιτιστεί ο ισχυρότατος αντίπαλος καθώς θα εξισορροπούνταν στο σημείο εκείνο η αριθμητική του υπεροχή. Η περιοχή ήταν καλυμμένη πλήρως από δάσος και ήταν γεμάτη βράχια και γκρεμούς. Οι Έλληνες διαμορφώνοντάς τη κατάλληλα, σχημάτισαν μια αμυντική γραμμή από 10 ταμπούρια: Στα αριστερά της τοποθετήθηκαν 600 άνδρες υπό τον Ν. Πανουργιά, στο κέντρο οι 250 Σουλιώτες και δεξιά οι 330 άνδρες του Κ. Τζαβέλλα και του Π. Νοταρά. Ως εφεδρεία κρατήθηκε μεταξύ Γκιώνας-Παρνασσού ένα σώμα από 200 άνδρες του Πανουργιά υπό το Γεώργιο Καλμούκη. Οι υπερασπιστές από την προηγούμενη μέρα, για να κάνουν την πρόσβαση απροσπέλαστη, έριξαν άφθονα έλατα στο δρόμο ώστε να εμποδίσουν την επέλαση του επίφοβου τουρκικού ιππικού.

Η διεξαγωγή της μάχης

Ήδη είχε περάσει ένας μήνας από τότε που ο Δερβίς πασάς έφτασε στη Λαμία και ως εκ τούτου η επιχείρηση για το άνοιγμα του δρόμου προς Σάλωνα-Σκαλα Σαλώνων (Ιτέα) ήταν χρονικά επιβεβλημένη για να αποφευχθεί κάθε άλλη καθυστέρηση καθόδου στο Μοριά. 
Ο τουρκικός στρατός από 10-11.000 (οι 1.000 ιππείς), ή 16.000 σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Χρ. Περραιβό, διανυκτέρευσε στη Γραβιά και το πρωί της 14ης Ιουλίου ξεκίνησε την πορεία του προς τα Σάλωνα. 
Όταν έφτασε μπροστά στην οχυρωμένη τοποθεσία χωρίστηκε σε 3 τμήματα: 
Το δεξιό της σουλτανικής παράταξης από 3.000 Τουρκαλβανούς υπό τους Αμπάζ Ντίπρα και Πράχο Πρεβίστα χτύπησε τους 600 άνδρες του Ν. Πανουργιά. 
Στο κέντρο απέναντι στους 250 Σουλιώτες επιτέθηκαν με τα 2 κανόνια, 3.500 υπό τον αρχηγό Γιουσούφ Περκόφτσαλη, ενώ αριστερά 4.000 Τούρκοι (άτακτοι ένοπλοι μουσουλμάνοι από τη Θράκη και τη Μακεδονία) υπό τον Σουλεϋμάν μπέη της Ζίχνης, όρμησαν εναντίον των 330 ανδρών του Κ. Τζαβέλλα και του Π. Νοταρά. 
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι οι βασικοί αρχηγοί της ελληνικής παράταξης, Κ. Τζαβέλας (1801-1855), Ν. Πανουργιάς (1801-1863), και Π. Νοταράς (1803-1873), ήταν όλοι μεταξύ 21-23 ετών (!!!)

Η μάχη ήταν σφοδρή. 
Για τουλάχιστον 10 ώρες (από τις 8-9 το πρωί έως 6-7 το απόγευμα) γίνονταν αλλεπάλληλες, λυσσαλέες επιθέσεις στα ελληνικά ταμπούρια. 
Η αμυντική γραμμή φαινόταν να αντέχει, καθώς οι εχθρικές έφοδοι εξασθενούσαν ολοένα και περισσότερο, παρόλο που η μάχη δεν είχε ακόμη κριθεί. 
Εκείνη την ώρα, καθώς έπεφτε το σούρουπο, εμφανίστηκαν στο αριστερό της τουρκικής παράταξης οι 200 άνδρες του Γ. Καλμούκη από Γκιώνα-Παρνασσό, προκαλώντας πανικό στις τάξεις της. 
Οι πολεμιστές του Τζαβέλλα και του Νοταρά εκμεταλλεύτηκαν τη σύγχυση και πέρασαν στην αντεπίθεση. 
Το τουρκικό αριστερό σταδιακά διαλυόταν και υποχωρούσε προς το κέντρο. Άμεσα και το ελληνικό κέντρο όρμησε μπροστά, συμπαρασύροντας το αντίστοιχο τουρκικό σε υποχώρηση. 
Ο Γιουσούφ πασάς εγκατέλειψε τη μάχη και υποχώρησε προς τη Γραβιά, γεγονός που οριστικοποίησε την ήττα του οθωμανικού στρατού. 
Σύντομα και το δεξιό της τουρκικής στρατιάς υπό τους Αμπάζ Ντίπρα και Πράχο Πρεβίστα πήρε το δρόμο της υποχώρησης πιεζόμενο από το ελληνικό κέντρο, θεωρώντας την παραμονή του στο πεδίο της μάχης μάταιη όσο και απολύτως επικίνδυνη. 
Σε πολλές περιπτώσεις η άτακτη οπισθοχώρηση εξελίχθηκε σε μαζικό πανικό που ενίσχυε το φυσικό περιβάλλον. 
Πολλοί χάθηκαν πέφτοντας σε γκρεμούς και χαράδρες ποδοπατημένοι από τα υποχωρούντα τμήματα και ιδίως τους ιππείς.
Μετά από 11 ώρες (κατ’ άλλους 9) άνισων αλλά ηρωικών συγκρούσεων η μάχη έληξε. 
Η εμφάνιση της εφεδρείας του Καλμούκη την κατάλληλη στιγμή και η θυελλώδης αντεπίθεση των 400 Σουλιωτών του Τζαβέλλα έκριναν το αποτέλεσμα. 
Η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική απέναντι σε 8πλάσιους αντιπάλους. 
Οι τουρκικές απώλειες ξεπέρασαν τις 2.000 νεκρούς και τραυματίες (πάνω από 500 ήταν οι νεκροί, μεταξύ αυτών και ο Σουλεϋμάν μπέης), ενώ οι Έλληνες έχασαν 9 άνδρες και είχαν 12 τραυματίες ή σύμφωνα με άλλες πηγές 37 νεκρούς και τραυματίες. 
Στα χέρια των επαναστατών έπεσαν 23 σημαίες, τα 2 πυροβόλα, καθώς και η σκηνή και το άλογο του Γιουσούφ Περκόφτσαλη!


Νάκος Πανουριάς (1801-1863)

Η τελική κατάληξη της εκστρατείας

Στο μεταξύ το αποδυναμωμένο τουρκικό στρατόπεδο της Γραβιάς, αν και ενισχύθηκε στις 21 Ιουλίου με 1.000 επιπλέον άντρες υπό τον Τσέλιο Πίτσαρη, παρουσίαζε σημάδια σαφούς κόπωσης. Στις 12 Αυγούστου, μάλιστα, 200 Σουλιώτες υπό τον Λ. Βέϊκο, από το χωριό Οίτη (Γαρδικάκι), διενήργησαν νυχτερινή καταδρομική επίθεση στο τουρκικό νοσοκομείο στα Καλύβια, έξω από τη Λαμία, διαλύοντας τη φρουρά των 100 Τούρκων ιππέων, σκοτώνοντας τον Ευρωπαίο αρχίατρο του Δερβίς πασά και αρπάζοντας 200 βόδια και 15 άλογα!
Εξάλλου στα μέσα Αυγούστου, ο Ομέρ πασάς της Καρύστου αποχώρησε οριστικά από την Αττική για την Εύβοια ηττημένος, έχοντας αποτύχει να καταλάβει την Αθήνα, ενώ στο ναυτικό πεδίο, ο ενωμένος τουρκο-αιγυπτιακός στόλος υπέστη βαριές ήττες σε όλες τις ναυμαχίες της περιόδου 30 Ιουλίου–29 Αυγούστου 1824 (Σάμου, Κω-Αλικαρνασσού, Γέροντα). Παράλληλα, στη δυτική Στερεά (Βάλτος, Ξηρόμερο, Ακαρνανία) απέναντι στο στρατό εισβολής του Ομέρ Βρυώνη, που είχε δημιουργήσει από τις 20 Ιουλίου στρατόπεδο 5.000 Αλβανών στην Αμφιλοχία και απειλούσε τον Βάλτο, είχαν συσταθεί αντίστοιχα ελληνικά στρατόπεδα από 2.000 ενόπλους υπό τους Γ. Ράγκο, Α. Ίσκο, Γ. Τσόγκα, Ν. Στορνάρη και Γρ. Λιακατά που διενεργούσαν επιδρομές στην Αμφιλοχία, την Άρτα, το Ραδοβίζι και τα Τζουμέρκα. Σε μια από αυτές μάλιστα, τέλη Αυγούστου, ο Γρ. Λιακατάς κατέλαβε και τη Γότιστα Ιωαννίνων, 30 χιλιόμετρα ανατολικά από την έδρα του Ομέρ Βρυώνη!
Με δεδομένο ότι το φθινόπωρο πλησίαζε, ήταν φανερό ότι έπρεπε να αναληφθούν πρωτοβουλίες για άμεση δράση από την πλευρά του Δερβίς πασά στο χώρο της Φωκίδας, καθώς οι προειδοποιήσεις του σουλτάνου ήταν σαφείς. Παράλληλα αρχές Σεπτεμβρίου άλλες 4.000 Αλβανοί υπό τον Τσέλιο Πίτσαρη ενίσχυσαν το στρατόπεδο της Γραβιάς, σε μια αγωνιώδη, τελική προσπάθεια να διασπάσουν την ελληνική άμυνα στη Φωκίδα.
Η ελληνική αντίδραση όμως ήταν αστραπιαία. Στις 14 Σεπτεμβρίου, αποφασίστηκε να διενεργηθεί επίθεση στο στρατόπεδο της Γραβιάς από ελληνικά σώματα (300 άνδρες) υπό τους Γ. Δαγκλή, Γ. Δράκο, Ν. Πανουργιά, Χρ. Περραιβό και Γ. Καραϊσκάκη, τα οποία στρατοπέδευσαν κοντά στο χωριό Βάργιανη. Την άλλη μέρα όμως 1.000 Αλβανοί υπό τον Τσέλιο Πίτσαρη από το στρατόπεδο της Γραβιάς, επιτέθηκαν εναντίον των ελληνικών σωμάτων. Σε μια 4ωρη μάχη μέσα και γύρω από το χωριό, οι Τούρκοι νικήθηκαν (νεκροί Τούρκοι 20, τραυματίες 60 ενώ οι νεκροί Έλληνες ανήλθαν σε 5-11) και υποχώρησαν.
Στις 16 του μήνα άλλο οθωμανικό σώμα από 4.000 άνδρες από τη Γραβιά κινήθηκε προς το Πολύδροσο (Σουβάλα) για να προωθηθεί από εκεί προς τα Σάλωνα αλλά αναχαιτίστηκε από 300 Έλληνες υπό τους Γιώργο Δυοβουνιώτη, Κομνά Τράκα και Γ. Καλμούκη και υποχώρησε με βαριές απώλειες (300 νεκροί).
Μετά τις δυο απανωτές ήττες σε Βάργιανη και Σουβάλα, , οι Γιουσούφ πασάς και Αμπάζ Ντίπρα διέλυσαν το στρατόπεδο της Γραβιάς στις 20 Σεπτεμβρίου και επέστρεψαν στο Λιανοκλάδι όπου βρίσκονταν ο αρχηγός της εκστρατείας, Δερβίς πασάς. Μετά από 17 μέρες αποσύρθηκαν όλοι μαζί στη Λαμία και στις 12 Οκτωβρίου τα υπολείμματα της τουρκικής στρατιάς αναχώρησαν ταπεινωμένα για τη Λάρισα. Ο Ρούμελη-βαλεσή, Δερβίς πασάς, παρόλα τα φιλόδοξα σχέδια που εκπόνησε για την καταστολή της ελληνικής επανάστασης, στα τέλη του 1824 αντικαταστάθηκε από τον πολύπειρο Ρεσίτ πασά Κιουταχή, εξορίστηκε στην Καλλίπολη και αποκεφαλίστηκε από το σουλτάνο τον Ιούνιο του 1826 ως υποστηρικτής των εξεγερθέντων γενιτσάρων. Παράλληλα, αρχές Σεπτεμβρίου, διοριζόταν ένας ακόμα Μεγάλος Βεζύρης (ο 7ος κατά σειράν από την έναρξη της επανάστασης!), ο Μπεντερλί Μεχμέτ Σελήμ Σιρί πασάς στη θέση του αποτυχόντος Μεχμέτ Σαϊντ Γκαλήπ πασά, με την προσδοκία να πετύχει την καταστολή της επανάστασης, αντίθετα με τους 6 προκατόχους του!
Για πάνω από 4 μήνες, υποδεέστερες ελληνικές δυνάμεις απασχόλησαν τουλάχιστον 25.000 σουλτανικό στρατό στο μέτωπο Ακαρνανίας-Φωκίδας-Αττικής, εμποδίζοντας την κάθοδό του στην Πελοπόννησο και σε συνδυασμό με τις ναυτικές νίκες του Φθινοπώρου (ναυμαχίες Μυτιλήνης και Ηρακλείου) έσωσαν προσωρινά την επανάσταση. Στις 6 Νοεμβρίου και ο Ομέρ Βρυώνης διαλύοντας το στρατόπεδο της Αμφιλοχίας αναχώρησε για τα Γιάννενα, ενώ ο Ιμπραήμ κατέφυγε στην Κρήτη για να διαχειμάσει και να ανασυγκροτηθεί. Η επανάσταση για άλλη μια φορά είχε σωθεί.
Η πικρή πείρα της διχόνοιας δεν δίδαξε όμως τους Έλληνες. Στις 22 Οκτωβρίου 1824 (10 μέρες μετά την αποχώρηση του Δερβίς πασά για τη Λάρισα!) ξεσπούσε ο καταστροφικός δεύτερος εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, που θα δίχαζε και θα αποδυνάμωνε ανεπανόρθωτα τις επαναστατικές δυνάμεις, ανοίγοντας το δρόμο στις αρχές του 1825 στην αιγυπτιακή απόβαση και την καταστροφική μανία του Ιμπραήμ και φέρνοντας την επανάσταση στα όρια της καταστροφής.
***σημειωτέον η τοποθεσία δεν έχει καμιά σχέση με την Άμπλιανη Λαμίας ή Ευρυτανίας και κακώς συγχέονται οι 2 ονομασίες.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Η Ιστορία του Εγκέλαδου σε Φωκίδα και Λοκρίδα



Το έτος 426 π.Χ., το χειμώνα, ο αρχαίος κόσμος έζησε έναν από τους πιο καταστροφικούς σεισμούς που συντάραξε την περιοχή της Φθιώτιδος, και που έγινε αισθητός στην Αθήνα, προκαλώντας μάλιστα και μετατόπιση του νοτιοανατολικού τμήματος του Παρθενώνα που μόλις 12 χρόνια πριν είχε τελειώσει

Ο Στράβων περιγράφει τις συνέπειες του φοβερού αυτού σεισμού ως εξής. Οι θερμές πηγές της Αιδηψού και των Θερμοπυλών στέρεψαν για τρεις μέρες. Στους Ωρεούς (Βόρεια Εύβοια) κατέρρευσαν επτακόσιες οικίες και το παραθαλάσσιο τείχος. Η Σκάρφεια καταστράφηκε εκ θεμελίων, χίλιοι επτακόσιοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ στο Θρόνιον περίπου εννιακόσιοι. Καταστροφές έγιναν στον Εχίνο, στα Φάλαρα, στην Ηράκλεια, στη Λαμία και στη Λάρισα. Το τείχος της Ελάτειας ράγισε και στην Αταλάντη δημιουργήθηκε ρήγμα. Μια τριήρης τινάχτηκε από τα νεώρια και έπεσε πέρα από το τείχος.

Το έτος 347 π. Χ., σεισμός με ισχύ 6.0, βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, με επίκεντρο τους Δελφούς.
Σύμφωνα με μαρτυρία από τον Διόδωρο, όταν ο Φάλαικος ήταν στρατηγός των Φωκέων και προετοιμάζονταν οι στρατιώτες να σκάψουν γύρω από τον τρίποδα στους Δελφούς για να βρουν τους θησαυρούς του ναού του Απόλλωνα, έγιναν μεγάλοι σεισμοί που τρομοκράτησαν τους Φωκείς.
Αυτό θεωρήθηκε σαν ένα καθαρό σημάδι των Θεών ότι θα τιμωρούσαν τους ιερόσυλους.
Γι’ αυτό σταμάτησαν τα έργα. Ο Στράβων αναφέρει τα ίδια αλλά αποδίδει το γεγονός στην εποχή που στρατηγός των Φωκέων ήταν ο Ονόμαρχος, δηλαδή μερικά χρόνια νωρίτερα (-355 π. Χ.) (Γεωργιάδης 1904,Guidoboni et al. 1994).

Το έτος 279 π. Χ., σεισμός με ισχύ 6,4 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, με επίκεντρο τους Δελφούς.
Σύμφωνα με μαρτυρίες από τους Ιουστίνο, Παυσανία και Αππιανό κατά την επιδρομή του Βρέννου και της στρατιάς των Γαλατών στην περιοχή του Παρνασσού, μέρος του βουνού σχίστηκε από σεισμό και έπεσε στο Γαλατικό στρατό.
Φοβερή βροχή από κοφτερές πέτρες κατρακύλησε ανάμεσα τους προκαλώντας καταστροφές.
Όλη η περιοχή που κατείχε η στρατιά των Γαλατών δονούνταν βιαίως κατά το πλείστον μέρος της ημέρας (Hoff 1840, Γεωργιάδης 1904, Guidoboni et al.1994).

Το έτος 226 π. Χ., Σεισμός 6.4 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, με επίκεντρο την Τιθωρέα, όπου της προκάλεσε και ρήγμα. Β. Παπαζάχος, Σεισμοί της Ελλάδος 2003.
Ο σεισμός αυτός έπληξε και το αρχαίο Κυτίνιο (σημερινό Παλαιοχώρι Δωριέων του Νομού Φθιώτιδος).
Και αυτό βεβαιώνεται από μια επιγραφή, που βρέθηκε στην Ξάνθο της Λυδίας, περιέχεται γράμμα από τους Δωριείς του Κυτινίου (ηγετική πόλη της αρχαίας Δωρίδας κείμενη στις βόρειες πλαγιές του Παρνασσού), στο οποίο μνημονεύεται σεισμός και ζητούν οικονομική ενίσχυση από τους εξ αίματος αδελφούς στην Ξάνθο.
Γράφουν ότι εκείνο τον καιρό, που ο Αντίγονος εισέβαλε στη Φωκίδα, μέρος από τα τείχη όλων των πόλεων της περιοχής κατέρρευσε από σεισμούς και οι νέοι άνδρες έτρεξαν για βοήθεια στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς.
Είναι πιθανόν ο σεισμός αυτός να αποτελεί μέρος της ευρύτερης έξαρσης, όπου περιλαμβάνονται οι σεισμοί που κατέστρεψαν τα τείχη της Μελιταίας (που βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της Όθρυος) για την οποία ο βασιλιάς των Αθαμάνων έδωσε δέκα ασημένια τάλαντα για να ανοικοδομηθούν τα τείχη αυτά.
Είναι επίσης πιθανόν σεισμοί της ίδιας ευρύτερης έξαρσης να συνδέονται με μια υποχώρηση της θάλασσας στην περιοχή της Λάρυμνας. 
Γι’ αυτήν, ο Πολύβιος αναφέρει ότι όταν ο Αντίγονος (γιος του Δημητρίου) έπλεε προς τη Λάρυμνα πραγματοποιήθηκε ασυνήθιστη υποχώρηση της θάλασσας, έτσι ώστε τα πλοία του βρέθηκαν στη στεριά (Bousquet 1988, Guidoboni et al. 1994).

Το έτος 361 μ. Χ., Σεισμός 6.8 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, με επίκεντρο τους Δελφούς.
Για το σεισμό αυτό έχουμε την πληροφορία του Φιλοστόργιου ο οποίος γράφει ότι ο Ορειβάσιος, που είχε σταλεί από τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό στους Δελφούς για να λάβει χρησμό, αναφέρει ότι το ωραίο παλάτι καταστράφηκε.
Δεν είναι πια σωστό ότι ο Απόλλωνας έχει σπίτι και ένα θάμνο δάφνης για τους χρησμούς και μια λαλούσα πηγή.
Ακόμη και το λάλον ύδωρ έχει στερέψει.
Υπάρχει μια επιγραφή από το Ναύπλιο που λέγει ότι η πόλη ξανασήκωσε κεφάλι όταν ο αυτοκράτορας εξασφάλισε την προστασία της από τους σεισμούς και τις θαλάσσιες καταστροφές στη βασιλική και τα άλλα κτίρια.
Σε μια άλλη περιγραφή, από την Κόρινθο, αναφέρεται ότι εργασίες αναστήλωσης έγιναν από τον αυτοκράτορα Φλάβιο Βαλεντινιανό.
Αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κόρινθο και τη Ναύπακτο έφεραν στο φως πρόσθετες ενδείξεις γι’ αυτό το σεισμό (Guidoboni et al.1994).

Το έτος 551 την 7η ή 9η Ιουλίου μ. Χ., και σύμφωνα με τον Ιούλιο Σμίτιο , έγινε φοβερός σεισμός, του οποίου οι καταστροφές υπήρξαν φρικτές ιδίως στους παρά το Κρισαϊκό κόλπο τόπους (Κόλπο Σκάλας Σαλώνων , σημερινή Ιτέα), καθώς και στη Βοιωτία και στις ακτές του Μαλιακού κόλπου.
Από το φοβερό τούτο σεισμό καταστράφηκαν πολλά χωριά και οκτώ πόλεις, μεταξύ αυτών η Χαιρώνεια, η Πάτρα και η Ναύπακτος.
Σε πολλούς τόπους έγιναν ρήγματα , άλλα δε έκλεισαν αμέσως και άλλα παρέμειναν ανοικτά δυσκολεύοντας την συγκοινωνία.
Επηκολούθησαν και «Ποσειδώνιοι καταστροφαί». Παρά τον Μαλιακό κόλπο ή θάλασσα εισήλθε σε βάθος στις παρακείμενες πόλεις του Εχίνου και της Σκάρφειας όπου και τις κατέστρεψε προκαλώντας το θάνατο σε πολλούς κατοίκους.
Παρέμεινε δε η θάλασσα επί αρκετό χρονικό διάστημα υπέρ την επιφάνεια της γης. Όταν απεχώρησε άφησε τερατόμορφα ψάρια, που όταν ερχόντουσαν σε επαφή με τη φωτιά αλλοιωνόταν το σώμα τους και έτρεχε πύον!
Το γεγονός αυτό το σημειώνει και ο Προκόπιος ο Καισαρεύς.
Από δε τις πληγείσες από το σεισμό πόλεις και χωριά σκοτώθηκαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι.
«Αμφί δε τα εκείνη χωρία, ου δη σχίσμα ωνόμασται και σεισμός υπερμεγέθης επιπεσών πλείω φόνον ανθρώπων ή πάση τη άλλη Ελλάδι ειργάσατο, μάλιστα επί τινά εορτήν. πανηγυρίζοντες γαρ έτυχον εκ πάσης της Ελλάδος ενταύθα τότε ένεκα συνειλεγμένοι πολλοί» (Προκ. Γοτ. Πόλ. Δ κεφ. 25 τελ. Ευαγρ. Δ’ 23. Seibel de gross Past zur Zeit Justinians I, σελ. 16 και εξής). Σύμφωνα με το καθηγητή κ. Παπαζάχο η ισχύς του σεισμού αυτού ήταν 7 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ.

Το έτος 996 μ. Χ., έγινε καταστρεπτικός σεισμός στο Γαλαξίδι και στη γύρω περιοχή (Χρονικό Γαλαξιδίου αυτόθι).

Το έτος 1509 μ. Χ., άλλος ισχυρός σεισμός συντάραξε τον τόπο (Χρονικό Γαλαξιδίου αυτόθι).

Το έτος 1580 μ. Χ., σεισμός εντάσεως 6,8 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, που επέφερε μεγάλες ανατροπές και καταστροφές στο Γαλαξίδι, την Άμφισσα, την Ναύπακτο, το Λιδορίκι και σε όλες τις γειτονικές χώρες και μέχρι των Ιονίων νήσων νεκροί 3 (Χρονικό Γαλαξιδίου αυτόθι).

Το έτος 1660 μ. Χ., άλλος καταστρεπτικός σεισμός εντάσεως 6,4 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ έγινε στη περιοχή, με επίκεντρο το Γαλαξίδι. Νεκροί 5 (Χρονικό Γαλαξιδίου αυτόθι).

Το έτος 1852 μ. Χ. 14 Ιουλίου, Ο σεισμός εντάσεως 6 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, προκάλεσε καταρρεύσεις βράχων κοντά στους Δελφούς και στην περιοχή μεταξύ της Γραβιάς και του Μαυρολιθαρίου καταστράφηκαν πολλοί οικισμοί όπου υπήρξαν 10 ανθρώπινα θύματα και σκοτώθηκαν πολλά αιγοπρόβατα από καταρρεύσεις βράχων.
Έγινε αισθητός στη Ζάκυνθο (Schmidt 1879α, Ambraseys and Jackson 1997).

Το έτος 1870 μ. Χ., 19 προς 20 Ιούλιο και ώρα 2, 40 πρωινή άλλος μεγάλος σεισμός έγινε στη Φωκίδα με διάρκεια τρεισήμισι χρόνια, που οι μετασεισμοί έφτασαν στον αριθμό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000) εκ των οποίων οι 300 ήταν ισχυροί.
Μεγάλες καταστροφές έπαθαν το Χρισσό, οι Δελφοί, η Άμφισσα, η Ιτέα και τα άλλα χωριά αυτής.
Η επιφάνεια που σείσθηκε τότε υπολογίστηκε σε 2375 τετραγωνικά χιλιόμετρα, και όλοι είχαν επίκεντρο τη κοιλάδα της Αμφίσσης.
Η διάρκεια των σεισμών αυτών υπήρξε η μακρότερη σε χρόνο από όλους που είχαν γίνει έως τότε.

Το έτος 1870 μ. Χ. 1 Αυγούστου, είχαμε καταστρεπτικό σεισμό εντάσεως 6,8 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ, στην Άνω Σουβάλα και στην Άμφισσα με 117 ανθρώπινα θύματα, κατολισθήσεις, ρήγματα και λοιπές καταστροφές .

1870 Στην Αράχοβα, σεισμός μεγέθους 6,8 βαθμών. Έχασαν τη ζωή τους 120 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 380, ενώ περισσότερες από 2.000 οικοδομές κατέρρευσαν.
Ο σεισμός έγινε αισθητός στην Εύβοια και στην Αττική. Οι μετασεισμικές δονήσεις, ορισμένες από τις οποίες ήταν αρκετά ισχυρές, διήρκεσαν 3,5 χρόνια.

Το έτος 1894 μ. Χ., στη Λοκρίδα έγιναν δύο καταστρεπτικοί τεκτονικοί σεισμοί πάνω στο ίδιο ρήγμα της Αταλάντης, δηλαδή το ρήγμα έσπασε σε δύο κομμάτια. Ο πρώτος σεισμός που έγινε στις 8 Απριλίου και ώρα 4 π. μ., με μέγεθος 6,7 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ και έσπασε το κομμάτι από Λάρυμνα μέχρι το χωριό Προσκυνάς
Ο σεισμός προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και πολυάριθμες διαρρήξεις: α) κατά μήκος της Σκάλας, β) Μεταξύ Πευκοχωρίου και Μαλεσίνας, γ) Μεταξύ Μαρτίνου – Αταλάντης και δ) Στο Φαρμακόρευμα μεταξύ Λιβανάτων και Σκεντέραγα.
Αυτός ο σεισμός φόρτισε με τεκτονικές τάσεις το γειτονικό κομμάτι του ρήγματος (από Προσκυνά έως Αταλάντη) το οποίο και έσπασε στις 27 Απριλίου 1894 με σεισμό 6,9 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ.
Η νέα ισχυρότατη δόνηση είχε πολλά δευτερογενή φαινόμενα (καταστροφή σπηλαίων, αποξήρανση ή γένεση νέων πηγών, κατολισθήσεις, παλιρροιακά κύματα κ.λπ.). παρατηρήθηκε και θαλάσσιο κύμα (τσουνάμι), ύψους 3 μέτρων, το οποίο προχώρησε 1 χλμ. στη στεριά.
Ο σεισμός έγινε αισθητός ακόμη και στην Αθήνα, όπου σε πολλά σπίτια παρατηρήθηκαν ρωγμές
Εμφάνιση του ρήγματος της Λοκρίδας μήκους 55 km, που φτάνει μέχρι τη Λαμία και με δευτερογενείς κλάδους.
Τελικός απολογισμός των σεισμών Απριλίου 1894: Θύματα = 255 νεκροί, 146 σοβαρά τραυματισμένοι, Υλικές ζημιές = Κατάρρευση 3.783 σπιτιών.
Μέχρι σήμερα το ρήγμα της Αταλάντης δεν έχει δώσει …«σημεία ζωής».
Επίκεντρο και οι δύο σεισμοί είχαν τον Ευβοϊκό κόλπο. 
Τα θύματα από αυτό το σεισμό ήταν 255 άτομα. Πρακτικά διημερίδας-natura Σπερχειού – Μαλακού – 04 123
Το ρήγμα της Αταλάντης το μελέτησαν οι Pantosti et al. (2004).
Η ομάδα αυτή έσκαψε 3 ορύγματα κάθετα προς το ρήγμα κοντά στην πόλη της Αταλάντης και βρήκε αποδείξεις για 3 σεισμούς.
Ένας μεγάλος σεισμός έγινε μεταξύ 50 π. Χ – 230 μ. Χ, ένας άλλος κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα (770 – 1160 μ. Χ) και ο τελευταίος το 1894.
Αυτό σημαίνει ότι η περίοδος επανάληψης μεγάλων σεισμών είναι μεταξύ 540-1120 ετών.

Το έτος 1965 μ. Χ., στις 6 Ιουλίου, ο εγκέλαδος χτύπησε τη Φωκίδα με 6,3 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ και είχε 1 νεκρό

Το έτος 1995 Στο Αίγιο, σεισμός μεγέθους 6,1 βαθμών. Έχασαν τη ζωή τους 20 άνθρωποι και προκλήθηκαν εκτεταμένες υλικές ζημιές. Ζημιές σε κατοικιες προκλήθηκαν και στη Φωκίδα

Πηγη : https://www.in.gr

Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1821 Η μάχη τού Αλισακίου στο Λευκοχώρι (ΜΑΝΕΣΙ) ΚΑΙ Ο ΚΟΜΝΑΣ ΤΡΑΚΑΣ

Ο Κομνάς Τράκας γεννήθηκε στην Αγόριανη το 1786 και πέθανε το 1840.
Γιος του Θόδωρου  Τράκα.
Ο πρόγονός τους  ονομαζόταν απλώς Κομνηνός, της οικογένειας των Κομνηνών (αυτοκράτορες του Βυζαντίου).
Ο Θεόδωρος Κ. Τράκας είχε πέντε αγόρια, τον Σταμάτη, τον Δήμο, τον Λουκά, τον Σπύρο και τον ξακουστό Κομνά...
Ο Κομνάς έλαβε μέρος σε όλες τις μάχες της Ρούμελης.
Το 1935 ο Όθωνας του έδωσε τον τιμητικό τίτλο του ΄΄ταγματάρχη Φάλαγγος΄΄.
Διέθεσε όλη του την περιουσία υπέρ του αγώνα, (100 χιλ. γρόσια).
Ανήμερα της γιορτής του Προφήτη  Ηλία, ο Δεμίρ Πασάς πορευόταν προς το Μάνεσι και σκόρπισαν τους άντρες των οπλαρχηγών Μπούσγου, Χαλκούτση και Μανίκα, οι οποίοι μαζί με 350 άντρες, κατέφυγαν στον περίβολο της εκκλησίας, αλλά πριν περικυκλωθούν εντελώς πρόλαβαν και αποσύρθηκαν.
Κατά την υποχώρησή τους, οι τούρκοι τους καταδίωξαν και σκότωσαν γύρω στα 25 παλικάρια.
Ο Τράκας με 100-150 παλικάρια από Αγόριανη, Σουβάλα και Δαδί, πολέμησαν γενναία και σκότωσαν αρκετούς εχθρούς.
Δεν μπόρεσε όμως για εκείνη τη στιγμή να κάνει κάτι παραπάνω.
Από τα παλικάρια του Τράκα σκοτώθηκαν ο Παπα – Γεώργιος Πεσχένιος από το Μπεσχένι και ο Γιάννης Κυριαζής από το Δαδί.
Ατή όμως ήταν η πρώτη φάση και το επεισόδιο κατά τον Αναστάσιο Γούδα δεν τελειώνει εδώ.
Ενώ οι άλλοι διασκορπίστηκαν, ο Τράκας κλείστηκε σε μια ισόγεια πλινθόκτιστη κατοικία, την οποία οι Τούρκοι περικύκλωσαν χωρίς να μπορέσουν να την αλώσουν και έτσι έστησαν κανόνια με τα οποία γκρέμισαν τα πλίνθινα τοιχώματα.
Ο Τράκας και οι πολεμιστές του τότε, έσκαψαν με τα γιαταγάνια τους μεγάλους λάκκους και έκαναν προχώματα πίσω από τις πέτρες..
Αρχίζουν τότε να σκοτώνουν δύο – δύο και να βγάζουν τους τούρκους εκτός μάχης ή να τους σκοτώνουν.
Εκεί  σκοτώθηκε και παπα-Γιώργης.
Οι Τούρκοι καθώς είδαν πόσοι σκοτώθηκαν από τους δικούς τους αποσύρθηκαν το δειλινό, μήπως και με την πείνα κατόρθωναν κάτι.
Ο Τράκας όμως δεν τους άφησε , αφού έθαψε με τα παλικάρια του τον παπα-Γιώργη δίνει εντολή και ορμούν με τα γιαταγάνια τους επάνω στους Τούρκους.
Και τελικά σώζονται, αποκομίζοντας και πολλά λάφυρα.
Ο Μπούσγος, όταν έπαψαν οι κανονιοβολισμοί, έγραψε από την Αγία Μαρίνα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο που βρισκόταν στη Σουβάλα.
΄΄ Ο πόλεμος έπαυσε και αγνοούμε τι απόγιναν οι δικοί μας κλεισμένοι, αλλά αν δεν κλεινόταν ο Κομνάς Τράκας στο Αλησάκι του Μάνεσι, κανείς από μας που φύγαμε δεν θα έμενε ζωντανός από το ιππικό των Τούρκων που μας καταδίωκε΄΄.
Έτσι το Αλησάκι του Μάνεσι έγινε το δεύτερο χάνι της Γραβιάς.
Τον ηρωισμό και το κατόρθωμα του Κομνά τράκα η λαϊκή μούσα τραγούδησε ως εξής:
<< Ο Τράκας πέρα πέρασε, ο Τράκας πέρα πάει,
να καρτερέσ’ έναν πασά με δυό με τρείς χιλιάδες.
Και πήγε κι αποκλείστηκε μέσα εις τ’ Αλησάκι.
Φέρνουνε τόπια από τον Έγριπο, κανόνια απ’ το Ζητούνι
Να ρίξουν, να χαλάσουνε το γιο του Θόδωρου του Τράκα.
Και μια φωνή ακούστηκε, και μια φωνή του λέει:
Μην είσαι συ ο Πανουργίας, μην είσαι κι ο Δυσέας;
Δεν είμαι γω ο Πανουργίας, δεν είμαι κι ο Δυσέας.
Μόν’ είμαι απ’ την Αγόριανη, της Φούρκας το ξεφτέρι.
Είμαι του Μουσταφά-μπεη το φοβερό λιοντάρι,
Που μεσ’ στο Χάνι της Γραβιάς μαζί με τον Δυσέα
Τα άρματα μας βάψαμε σε τούρκικα κεφάλια
Που θέλουν χίλιους στο σπαθί και χίλιους στο ντουφέκι>>
Η Παράδοση λέει πως την μεγάλη αυτή ημέρα του Προφήτη Ηλία ο ήλιος ήταν κόντρα στους τούρκους.
Ο Τράκας και τα παλικάρια του ήταν στον ίσκιο.
Αυτό βοήθησε σημαντικά στη μάχη και ο Τράκας το θεώρησε σημάδι βοήθειας από τον Άη Λιά.
Για τη νίκη και τη σωτηρία έχτισε στη θέση Ζαμπιό στην Αγόριανη (Επτάλοφο), ναό του προφήτη Ηλία, Αγίου της ημέρας της  μάχης (σήμερα εκεί είναι ο ναός της Αγίας Τριάδος).
XM
Βιβλιογραφία:
Γούδας Αναστάσιος – Βίοι παράλληλοι, τομ. 8 ΄΄Τράκας΄΄
Κωνσταντίνος Δ. Γκούρλας – Η μάχη στο Μάνεσι και στα Βασιλικά της Ρούμελη

Το είδαμε εδω

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

Η μάχη της Αλαμάνας Ο Αθανάσιος Διάκος και ο μαρτυρικός θάνατός του



 

Μία από τις θρυλικές μορφές του 1821, είναι αναμφίβολα ο Αθανάσιος Διάκος. Ο ηρωικός του αγώνας στην Αλαμάνα απέναντι σε πολλαπλάσιους Τουρκαλβανούς και ο μαρτυρικός του θάνατος στη Λαμία, συγκλονίζουν ακόμα και σήμερα.

Ωστόσο η απώλειά του ένα μόλις μήνα μετά την κήρυξη της Επανάστασης, άφησε δυσαναπλήρωτο κενό και υπήρξε μεγάλο πλήγμα για τον Αγώνα, ιδιαίτερα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.

diakos05

Ο Αθανάσιος Διάκος
Αν και όλοι οι Έλληνες ξέρουμε (ελπίζουμε…) τον Αθανάσιο Διάκο, αγνοούμε αρκετά στοιχεία για την ζωή του. Θα παραθέσουμε εδώ ορισμένες πληροφορίες άγνωστες ως επί το πλείστον στο ευρύ κοινό.

Γεννήθηκε στο χωριό Αθανάσιος Διάκος (παλαιότερα Άνω Μουσουνίτσα) ή στην Αρτοτίνα. Και τα δύο αυτά χωριά βρίσκονται στη Φωκίδα.
Ως έτος γέννησής του, αναφέρεται πιθανότατα το 1788 (σύμφωνα με άλλη εκδοχή γεννήθηκε το 1786).


diakos01

Ο παππούς του Αθανάσιος Γραμματικός, ήταν επικεφαλής σώματος που δρούσε εναντίον των Τούρκων στην Παρνασσίδα και τη Δωρίδα. Ο πατέρας του ονομαζόταν Νικόλαος. Το επώνυμο του πατέρα του, πιθανότατα ήταν Μασαβέτας (και όχι Γραμματικός όπως αναφέρουν κάποιες πηγές).


GUSTAV_HERTZBERGΓια τον Αθανάσιο Διάκο, γράφει ο Γερμανός ιστορικός Gustar Hertzberg (1826 – 1907):
"Ο Αθανάσιος ήτο υιός αγρότου διαλάμπων επί κάλλει νεαρώ, καταγόμενος εκ της ου μακράν του Καρπενησίου εν τη βορεία κλιτύι του Τυμφρηστού κειμένης κώμης Μυσονίτζης, καλούμενος συνήθως Διάκος (Διάκονος), διότι την της νεότητος παίδευσιν είχε λάβει εν τη περί την Αρτοτίναν παρά το όρος Κόρακα (νυν Βαρδούσια) μονή του Αγίου Ιωάννου (χωρίς όμως να χειροτονηθεί). Η βδελυρά επιθυμία, ην ο Τούρκος βοεβόδας του Λιδορικίου ησθάνετο προς τον νέον, ηνάγκασεν αυτόν να φύγει από της Μονής "εις το όρος". Ο ηγούμενος αυτού συνέστησεν αυτόν εις περίφημον τινα κλέφτην ονόματι Σκαλτσοδήμον, εν τοις παλικαρίοις δε τούτου ασκηθείς ο Διάκος εγένετο μετ' ολίγον άξιος πολεμιστής.


diakos02

Στη Μονή (του Ιωάννου του Πρόδρομου), ο Διάκος δεν πήγε για "να ασπασθεί τον μοναχικόν βίον, αλλά να διδαχθεί παρά τινος καλογήρου εκπληρούντος χρέη διδασκάλου, όπως συνέβαινε καθ' όλην την Ελλάδα επί τουρκοκρατίας, την Οκτάηχον και το ψαλτήρι

   
(Ανδρέας Καρκαβίτσας, "Περί Αθανασίου Διάκου")Στη Μονή, ο νεαρός Αθανάσιος (περίπου 15-16 ετών ήταν όταν πήγε εκεί), πρόσφερε υπηρεσίες στους καλόγερους, έψελνε και διάβαζε τον "Απόστολο". Σύμφωνα με τον Α. Καρκαβίτσα, σ' ένα γάμο στην Αρτοτίνα, κατά τη διάρκεια του γλεντιού άρχισαν οι πυροβολισμοί στον αέρα (κάτι ανάλογο με τις μπαλοθιές στην Κρήτη σήμερα). Όμως από μια αδέσποτη σφαίρα, σκοτώθηκε ένας νεαρός. Όλοι υπέδειξαν ως υπεύθυνο για τον χαμό του τον Α. Διάκο, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι ήταν αυτός ο δράστης. Ο Διάκος άρχισε να κρύβεται στα γύρω βουνά, αλλά όταν πήγε σ' ένα πανηγύρι (ή άλλο γάμο) τον Δεκαπενταύγουστο, τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, μαζί με κάποιον Καφέτζο και τους οδήγησαν στον πασά του Λιδορικίου, ο οποίος τους φυλάκισε. Όμως ο Διάκος και ο Καφέτζος κατάφεραν να ξεφύγουν και έφτασαν στο λημέρι του Τσαμ Καλόγηρου, ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας.

Μετά τον θάνατο του Τσαμ Καλόγηρου, οι άνδρες του σκόρπισαν σε μπουλούκια. Ένα του Διάκου ,ένα του Γούλα και ένα του Σκαλτσοδήμου. Όταν ο Αλή πασάς, που προετοίμαζε εξέγερση εναντίον της Πύλης, κάλεσε στα Γιάννενα Έλληνες και Αρβανίτες καπεταναίους, πήγε στην πρωτεύουσα της Ηπείρου και ο Αθανάσιος Διάκος (1814). Εκεί έμεινε δύο χρόνια και έγινε φίλος, μεταξύ άλλων, και με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

Με την επιστροφή του στη Ρούμελη, άφησε το αρματολίκι του Λιδορικίου στον Σκαλτσοδήμο και πήγε μόνο μ' ένα σύντροφο, τον Περλίγκα, στη Λιβαδειά. "Εκεί εύρε τον φίλον του Οδυσσέα (Ανδρούτσο), οπλαρχηγόν Λεβαδείας από του 1816, όστις τον εφιλοξένησε μετά χαράς και τον διόρισε πρωτοπαλίκαρόν του", γράφει ο Α. Καρκαβίτσας.

Το 1819, οι Διάκος και Ανδρούτσος είχαν έντονη διαφωνία, γιατί π πρώτος δεν συγχωρούσε τη σκληρότητα του δεύτερου. Ο Ανδρούτσος έφυγε για τα Γιάννενα και οι περισσότεροι άνδρες του ακολούθησαν τον Α. Διάκο, τον οποίο ο βοεβόδας της Λιβαδειάς Καρά – Ισμαήλ, διόρισε αρματολό της περιοχής. Ο Διάκος είχε άψογη συνεργασία με τους τοπικούς άρχοντες Ιωάννη Λογοθέτη και Νικόλα Νάκο. Στη φιλική Εταιρεία μυήθηκε πιθανότατα από τον Αθανάσιο Ζαρίφη.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Διάκος είχε συγκροτήσει πειθαρχημένο στρατιωτικό σώμα και, "ως αρχηγός των αρμάτων της Λιβαδειάς" είχε δική του σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό και γράμματα Ο.Θ.Ν.Κ. (= ο Θεός νικά).

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές, ένα σύντομο βιογραφικό του Αθανάσιου Διάκου. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που δίνουν διαφορετικά στοιχεία για τον ήρωα. Όπως γράφει ο Γιάννης Α. Ρουφαγάλης στο έργο του "Αρτοτίνα" (1990), ο πατέρας του Α. Διάκου καταγόταν από την Άνω Μουσουνίτσα και η μητέρα του από την Αρτοτίνα. Ο πατέρας του ονομαζόταν Γιώργος Πανουργιάς και στάλθηκε από τους γονείς του σαν ψυχογιός – τσοπάνης, στον αρχιτσέλιγκα θείο του Θανάση Γραμματικό στην Αρτοτίνα, γύρω στο 1760. Ο Ψυχογιός, όπως ήταν γνωστός πλέον στην Αρτοτίνα, παντρεύτηκε αργότερα την Χρυσούλα Καφούρα ή Μπουκουβάλα, που καταγόταν από την Αρτοτίνα και μπήκε "σώγαμπρος" στο σπίτι της οικογένειας της συζύγου του. Το ζευγάρι απόκτησε πέντε παιδιά, τρία κορίτσια και δύο αγόρια. Ένα από αυτά ήταν ο Θανάσης (Αθανάσιος Διάκος).

Για τις διχογνωμίες και τις αντικρουόμενες πληροφορίες, γράφει σχετικά, και πολύ εύστοχα, ο Σαράντος Ι. Καργάκος στο έργο του "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821":
"Η σύγχυση ως προς το επώνυμο και την γενέτειρα οφείλεται στο ότι τότε δεν υπήρχαν δημοτολόγια ούτε βιβλία γεννήσεων, βαφτίσεων κλπ. To όνομα τότε δεν το κληρονομούσες, το δημιουργούσες. Επίσης, λόγω του κτηνοτροφικού βίου, οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών κινούνταν από οικισμό σε οικισμό έτσι που τα παιδιά μιας πολυμελούς οικογένειας μπορεί να είχαν γεννηθεί σε μέρη διαφορετικά. Μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι διαφόρων περιοχών, στις οποίες ζούσαν απόγονοι διακεκριμένων αγωνιστών διαγωνίζονταν και διαγωνίζονται για την καταγωγή των ηρώων".

Η Επανάσταση στην Ανατολική Στερεά
Το ξέσπασμα της Επανάστασης στον Μοριά τον Μάρτιο του 1821, εξαπλώθηκε αστραπιαία στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα. Από τις 24 Μαρτίου ως τις 8 Απριλίου, οι επαναστάτες απελευθέρωσαν τα Σάλωνα (Άμφισσα), το Λιδορίκι, τη Λιβαδειά, την Αταλάντη, τη Θήβα και την Μπουδουνίτσα (Μενδενίτσα)
Αυτό οφειλόταν κυρίως στο ότι η Ανατολική Στερεά είχε ισχυρή αρματολική και κλέφτικη παράδοση και οπλαρχηγούς έμπειρους, με τόλμη και υψηλό φρόνημα (Οδυσσέας Ανδρούτσος , Δήμος Σκαλτσάς , Πανουργιάς, Βασίλης Μπούσγος, Ιωάννης Δυοβουνιώτης και φυσικά, ο Αθανάσιος Διάκος ). Οι περισσότεροι ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία, ενώ αρκετοί είχαν θητεύσει στον στρατό του Αλή πασά!

Η περιοχή είχε όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα. Αποτελούσε την οδό απ’ όπου θα επιχειρούσαν να περάσουν οι σουλτανικές δυνάμεις προς την εστία της Επανάστασης, την Πελοπόννησο.
Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ στη Ρούμελη.

Από την Πύλη δόθηκε εντολή στον Χουρσίτ πασά να καταπνίξει την Επανάσταση. Αυτός όμως ήταν καθηλωμένος στα Γιάννενα όπου πολιορκούσε τον Αλή πασά.
Έτσι έστειλε τον κεχαγιά μπέη του Μουσταφά επικεφαλής 3.000 Αλβανών να περάσει στην Αχαΐα από την Αιτωλοακαρνανία μέσω του Ρίου. Θεωρώντας ανεπαρκή την αποστολή αυτή, διέταξε τον έμπιστό του Κιοσέ Μεχμέτ να συγκεντρώσει μεγάλες δυνάμεις και να κατευθυνθεί από την Βοιωτία στον Ισθμό και από εκεί στον Μοριά. Έπρεπε όμως πρώτα να εκκαθαριστεί η Ανατολική Στερεά από τους Έλληνες επαναστάτες. Η αποστολή αυτή ανατέθηκε στον Ομέρ Βρυώνη, πασά του Βερατίου, ικανότατο στρατηγό. Λόγω της παλιάς φιλίας του με τον Αλή πασά, δεν ενέπνεε όμως ιδιαίτερη εμπιστοσύνη.

Ο Ομέρ Βρυώνης γνώριζε από την αυλή του Αλή πασά τους περισσότερους Έλληνες οπλαρχηγούς. Τις πολεμικές τους συνήθειες, τις αρετές και τα ελαττώματά τους. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά και ήταν πανέξυπνος και εμπειροπόλεμος.

Σύντομα, μια μεγάλη στρατιά από 8.000 πεζούς και 1.000 ιππείς (κατά τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, 7.000) κινήθηκε ενάντια στους Έλληνες. Ο Διάκος και ο Δυοβουνιώτης κρίνοντας απαραίτητη την κατάληψη της στενής διάβασης του Σπερχειού προς τις Θερμοπύλες, κατευθύνθηκαν προς τα εκεί για να εμποδίσουν την κάθοδο των Τουρκαλβανών.
Έπρεπε πρώτα όμως να εξασφαλίσουν ότι δεν θα έχουν ενοχλήσεις από τις ήδη υπάρχουσες στην περιοχή εχθρικές δυνάμεις. Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσίαζε η κατάληψη του Πατρατζικίου (Υπάτης). 800 ένοπλοι Τούρκοι και Αλβανοί, αγωνίζονταν με πάθος, καθώς είχαν μάθει ότι έρχονται ενισχύσεις.

Η αρχική άρνηση του οπλαρχηγού της περιοχής Μήτσου Κοντογιάννη να λάβει μέρος στην επιχείρηση εναντίον της Υπάτης, ήταν καθοριστική.
Ο Διάκος, ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς αναγκάστηκαν να πολιορκήσουν με τις δικές τους δυνάμεις την πόλη. Τελικά, στις 18 Απριλίου με 8 μέρες καθυστέρηση ,συνέπραξε μαζί τους και ο Κοντογιάννης. Η πολιορκία της Υπάτης ήταν σκληρή. Λίγο όμως πριν η φρουρά παραδοθεί πληροφορήθηκε ότι ο Ομέρ Βρυώνης βρισκόταν στο Λειανοκλάδι. Οι Έλληνες έλυσαν την πολιορκία και έφτασαν στο χωριό Καμποτάδες. Ο Μήτσος Κοντογιάννης αποσύρθηκε στη μονή Αγάθωνος, μετανιωμένος που πήρε μέρος στην επιχείρηση.
Στις 20 Απριλίου έγινε σύσκεψη στους Καμποτάδες για να αποφασίσουν οι Έλληνες οπλαρχηγοί τον τρόπο δράσης τους. Ο Δυοβουνιώτης πρότεινε να τοποθετηθούν οι ελληνικές δυνάμεις σε δύο οχυρώματα κοντά στον Γοργοπόταμο. Ο Διάκος και ο Πανουργιάς υποστήριξαν ότι έπρεπε να καταληφθούν οι δυο δρόμοι που οδηγούσαν ο πρώτος στη Λοκρίδα και τη Βοιωτία και ο δεύτερος στη Φωκίδα. Η γνώμη αυτή επικράτησε.

Ο Δυοβουνιώτης με 600 άνδρες κατέλαβε τη γέφυρα του Γοργοπόταμου, ο Πανουργιάς με 600 άνδρες οχυρώθηκε στο χωριό Μουσταφάμπεη και στη Χαλκομάτα (στον δρόμο των Σαλώνων). Στην πρώτη θέση τοποθέτησε τον Κομνά Τράκα και τον Παπανδρέα Κοκκοβιστιανό, ενώ στη Χαλκομάτα έμεινε ο ίδιος μαζί με τον φλογερό πατριώτη, επίσκοπο Σαλώνων (Άμφισσας) Ησαΐα. Ο Αθανάσιος Διάκος ανέλαβε με 500 άνδρες να υπερασπιστεί τη γέφυρα της Αλαμάνας και τα Πουριά, απ' όπου περνούσε ο δρόμος για τις Θερμοπύλες. Στους έμπιστούς του Καλύβα και Μπακογιάννη ανέθεσε τη φύλαξη της γέφυρας με λίγους άνδρες ενώ ο ίδιος οχυρώθηκε στη Δαμάστα για να ελέγχει τον δρόμο.

Η μάχη της Αλαμάνας (Σπερχειού)
Στις 22 ή 23 Απριλίου 1821, κι ενώ οι επαναστάτες είχαν μόλις προλάβει να οχυρωθούν στις θέσεις τους, έφτασε ο Ομέρ Βρυώνης από το Λειανοκλάδι ενώ ταυτόχρονα ο Κιοσέ Μεχμέτ είχε ξεκινήσει από το Ζητούνι (Λαμία).
Μόλις ο Δυοβουνιώτης είδε τη δύναμη του εχθρού κατευθύνθηκε προς τη θέση Δέμα, όπου δεν μπορούσαν να επιτεθούν οι ιππείς. Ο Ομέρ Βρυώνης αποφάσισε να κινηθεί προς τη Χαλκομάτα. Ο Πανουργιάς που βρισκόταν εκεί με τους άνδρες του, παρά τη γενναία αντίσταση αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς μάλιστα είχε τραυματιστεί.
Τουρκική δύναμη άρχισε να καταδιώκει όσους υποχωρούσαν.
Ο γιγαντόσωμος επίσκοπος Ησαΐας ,ασυνήθιστος σε πολεμικές πορείες, βάδιζε με δυσκολία. Ο έφορος Σαλώνων Μαρκόπης ή Μαρκόπουλος, σήκωσε τον Ησαΐα στους ώμους του, όμως ήταν αδύνατο να τον μεταφέρει για πολύ. Ο Ησαΐαςτότε του είπε: "Άφησε με, παιδί μου, και σώσε τουλάχιστον τον εαυτό σου, που είναι χρησιμότερος". Ο Μαρκόπουλος πειθάρχησε. Λίγο αργότερα, άκουσε τα τελευταία λόγια του Ησαΐα: "Παναγία μου, σώσε την πατρίδα". Ένας Τούρκος έφτασε τον επίσκοπο και τον αποκεφάλισε. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκε κι ο αδελφός του Ησαΐα, ιερομόναχος Παπαγιάννης κι ένας ανιψιός του.

Αμέσως μετά, ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε λίγους άντρες εναντίον των οχυρωμένων στο Μουσταφάμπεη Κομνά Τράκα και Παπανδρέα και με το σύνολο των δικών του δυνάμεων αλλά κι εκείνων του Κιοσέ Μεχμέτ κινήθηκε προς την Αλαμάνα. 8.000 άνδρες, εναντίον 500 Ελλήνων! Από τους 500 Έλληνες, οι 200 με επικεφαλής τους Καλύβα και Μπακογιάννη, υπεράσπιζαν τη γέφυρα της Αλαμάνας. Σύμφωνα με μαρτυρία του Χριστόφορου Περραιβού, κοντά στη γέφυρα υπήρχε ομώνυμο χωριό που καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Τούρκους και σ’ αυτό οφείλεται το όνομα Αλαμάνα του Σπερχειού. Ο Διάκος, όπως προαναφέραμε, κατείχε τα Πουριά και με συχνές εφόδους προσπαθούσε να βοηθήσει τους υπόλοιπους μαχητές.

Ο Μπακογιάννης κι ο Καλύβας μαζί με δύο ακόμα συμπολεμιστές τους, κλείστηκαν σ’ ένα χάνι μπροστά στη γέφυρα για να απασχολούν τους Τουρκαλβανούς . Όσοι βρισκόταν στα Πουριά ήρθαν πλέον σε δεινή θέση. Ο Διάκος πολεμούσε με γενναιότητα μπροστά απ’ τους υπόλοιπους. Ο φίλος και συμπολεμιστής του Βασίλης Μπούσγος, ένας σπουδαίος αγωνιστής του ’21 τον εκλιπαρούσε να φύγουν, καθώς θα ήταν περισσότερο χρήσιμος στο μέλλον. Ο ιπποκόμος του Μπισμπιρίγος, έφερε τη φοράδα του ‘’Αστέρω’’ για να ξεφύγει γρήγορα. Ο Διάκος ήταν ανένδοτος : ‘’Ο Διάκος δεν φεύγει, δεν εγκαταλείπει τους συντρόφους του’’. Είχαν μείνει πλέον μόνο 48 άνδρες  γύρω απ’ τον Διάκο. Τα ντουφέκια και οι πιστόλες είχαν αχρηστευθεί από τη συχνή χρήση. Οι Έλληνες τράβηξαν από τα θηκάρια τα σπαθιά, αποφασισμένοι να αγωνιστούν μέχρι τέλους . Κάποια στιγμή σκοτώθηκε ο αδελφός του Διάκου Μήτρος. Ο Διάκος αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τη σορό του αδελφού του ως πρόχωμα και κατόρθωσε να καταφύγει στα Μανδροστάματα της μονής της Δαμάστας . Εκεί υπήρχαν βράχοι, κατάλληλοι για ταμπούρια.

Είχαν απομείνει όμως μόνο 10 άνδρες έναντι μερικών χιλιάδων. Ο αγώνας ήταν κάτι παραπάνω από άνισος. Ο Διάκος αγωνιζόταν λυσσαλέα. Όμως μια βολίδα κάποια στιγμή τον τραυμάτισε στον δεξί ώμο. Δεν μπορούσε έτσι να χρησιμοποιήσει την πιστόλα του και το σπαθί που κρατούσε στο αριστερό χέρι είχε σπάσει. Αιμόφυρτος έπεσε στα χέρια των Τσάμηδων του Τελεχά Φέζου. Ακόμα και τραυματισμένος ενέπνεε φόβο. Γι' αυτό τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον ανέβασαν σ' ένα μουλάρι για να τον οδηγήσουν στους πασάδες.

Στο μεταξύ, οι Καλύβας, Μπακογιάννης και οι άλλοι δύο συμπολεμιστές τους, μην ακούγοντας πλέον πυροβολισμούς, βγήκαν απ' το χάνι για να δουν τι συμβαίνει. Ο Διάκος τους αντιλήφθηκε και τους φώναξε: " Καλύβα, Μπακογιάννη, δέκα χιλιάδες με κρατούν".
Οι 4 ηρωικοί άντρες έβγαλαν τα σπαθιά τους και όρμησαν στους εχθρούς. Μετά από σύντομη μάχη έπεσαν όλοι νεκροί. Ο μόνος που γλίτωσε ήταν ο Βασίλης Μπούσγος, ο οποίος συνέχισε να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στον Αγώνα ως το τέλος.

Το μαρτυρικό τέλος του Αθανάσιου Διάκου
Ο Διάκος μεταφέρθηκε στο τουρκικό στρατόπεδο στη Λαμία και οδηγήθηκε στη σκηνή του Ομέρ Βρυώνη. Παλιός του γνώριμος εκείνος, τον ρώτησε πώς άφησε να τον πιάσουν αιχμάλωτο.
"Αν ήξερα ότι δεν θα σκοτωνόμουν, θα κρατούσα ένα φουσέκι για τον εαυτό μου", απάντησε ο Διάκος.
Έπειτα ήρθε κι ο Κιοσέ Μεχμέτ, ο οποίος τον ρώτησε για την αιτία και τον σκοπό της Επανάστασης: "Οι χριστιανοί όλοι σηκώθηκαν στ' άρματα για να ξεσκλαβωθούν", ήταν η απάντηση του Έλληνα ήρωα.
Οι δυο πασάδες θαύμασαν τη γενναιότητά του. Μάλιστα ο Κιοσέ Μεχμέτ του πρότεινε να ενταχθεί στις δυνάμεις του και να τον βοηθήσει στην κατάπνιξη της Επανάστασης.
"Ούτε σε δουλεύω (ενν. δουλεύω για σένα) ούτε σε ωφελώ αν δουλέψω για σένα". Ο Μεχμέτ τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει, έλαβε όμως εκ νέου μια γενναία απάντηση: "Η Ελλάς έχει πολλούς Διάκους". Παρ' όλα αυτά, ο Αθανάσιος Διάκος θα γλίτωνε, καθώς ειδικά ο Ομέρ Βρυώνης τον εκτιμούσε πολύ.

Όμως ένας σημαίνων Τούρκος του Ζητουνίου (Λαμίας) ,ο Χαλήλ μπέης, που ήταν παρών στις στιχομυθίες, έπεσε στα πόδια του, εκλιπαρώντας τον να σκοτώσει τον επαναστάτη που ευθυνόταν για τον θάνατο πολλών Τούρκων στην περιοχή. Πρότεινε μάλιστα να εκτελεστεί με παραδειγματικό τρόπο. Αποφασίστηκε τότε, να εκτελεστεί με ανασκολοπισμό.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, οδηγήθηκε σε μια μάντρα, εκεί που σήμερα βρίσκεται το μνημείο του. Με την είσοδο του στο Ζητούνι, δέχτηκε ύβρεις και χλεύη από τους ντόπιους Τούρκους. Του έδωσαν μάλιστα έναν πάσσαλο που προοριζόταν για το μαρτύριό του για να τον μεταφέρει ο ίδιος. Όταν κατάλαβε τον προορισμό του ξύλου, το πέταξε και φώναξε προς τους Αλβανούς φρουρούς του: "Δεν βρίσκεται από σας εδώ κανένα παλικάρι να με σκοτώσει με πιστόλι να με γλιτώσει από τους χαλντούπηδες;" Δεν βρέθηκε κανείς και η θανατική ποινή εκτελέστηκε.

Ο Διάκος, σύμφωνα με τοπική παράδοση, ρίχτηκε σε κοντινό χαντάκι. Ήταν ακόμα ζωντανός! Δεν μπορούσε όμως να φύγει καθώς δεν μπορούσε ούτε να συρθεί. Λέγεται ότι έζησε μια-δυο μέρες βογκώντας από τους πόνους και πως τη "χαριστική βολή" του την έδωσε ένας αθίγγανος.

Άλλη παράδοση αναφέρει ότι πέθανε από τη δίψα και την αιμορραγία. Οι Χριστιανοί της πόλης βρήκαν το σώμα του και το έθαψαν. Ο χώρος της ταφής ξεχάστηκε και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη το 1881.

Ο Φίλος Αλεξίου
Ένα πρόσωπο που συμμετείχε άθελά του στον μαρτυρικό θάνατο του Αθανάσιου Διάκου και για τον οποίο υπάρχει μόνο μία αναφορά δύο αράδων στο διαδίκτυο, ήταν ο λεπτοξυλουργός Φίλος Αλεξίου από τη Λαμία. Γεννήθηκε το 1888. Έμεινε στην ιστορία επειδή ήταν αυτός που εξαναγκάστηκε από τους Οθωμανούς να κατασκευάσει τη σούβλα με την οποία θανατώθηκε ο Αθανάσιος Διάκος. Η τοπική εφημερίδα της Λαμίας "Φωνή του Λαού" σε άρθρο της στις 10 Απριλίου 1882, έγραφε: "Απεβίωσεν άρτι εν Λαμία και εις ηλικίαν 94 ετών ο λεπτουργός Φίλος Αλεξίου ον οι κατά το 1821 εν Λαμία κρατούντες Οθωμανοί βία και ραβδισμοίς ηγγάρευσαν, ίνα λεπτύνει και προπαρασκευάσει τον πάλον δι' ον ο ήρως Αθανάσιος Διάκος ανεσκολοπίσθη. Ο δυστυχής γέρων επί ήμισυ και πλέον έκτοτε αιώνα ζήσας, ουκ επαύετο ευχόμενος τω πανοικτίρμονι Θεώ ίνα συγχωρήσει αυτό το ακούσιον εκείνον αμάρτημα" (Εγκ/δεια ΔΟΜΗ, τ. 2, εκδ. 2005).

Επίλογος

Ο Αθανάσιος Διάκος με την ωραιότητα του σώματος και της ψυχής του και με τον μαρτυρικό του θάνατο ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και καλλιτέχνες. Ίσως θα μπορούσε να έχει γλιτώσει αν έφευγε από το πεδίο της μάχης. Εκ του αποτελέσματος, δικαιώνεται και ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος που γράφει ότι ήταν "σφάλμα στρατηγικό του Διάκου ότι απέρριψε τη γνώμη του Δυοβουνιώτη ο οποίος πρότεινε να τοποθετηθούν συσσωματωμένοι οι Έλληνες σε δύο οχυρώματα κοντά στον Γοργοπόταμο και δέχτηκε το σχέδιο του Πανουργιά που ανέπτυσσε το μέτωπο καταμερίζοντας τις μικρές και απειροπόλεμες ελληνικές δυνάμεις απέναντι του όγκου των έμπειρων Τούρκων και Αλβανών.

Ο θάνατός του σκόρπισε θλίψη και παγωμάρα στους Έλληνες της Ανατολικής Στερεάς. Από καθαρά στρατηγικής άποψης όμως ο θάνατός του άφησε ένα τεράστιο κενό στην ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων από την αρχή του Αγώνα…

Πηγές:
"Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", τ. ΙΒ' Εκδοτική Αθηνών
Νίκος Γιαννόπουλος: "1821: Οι Μάχες των Ελλήνων για την Ελευθερία", εκδόσεις HISTORICAL QUEST, 2016
ΣΑΡΑΝΤΟΣ Ι. ΚΑΡΓΑΚΟΣ, "Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821"
ΓΟΥΣΤΑΥΟΣ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΧΕΡΤΣΒΕΡΓΚ, "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ", Α' έκδοση 1916, Β' έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΕΙΡΟΣ

ΠΗΓΗ : https://www.protothema.gr

Μάχη της Αλαμάνας: Ο Αθανάσιος Διάκος θυσιάζεται στις «Θερμοπύλες»

Είναι μια από τις πρώτες ένοπλες συγκρούσεις της ένδοξης ελληνικής Επανάστασης του 1821, όταν ο Αθανάσιος Διάκος και οι εξεγερμένοι Επαναστάτες αντιμετωπίζουν τις «ορδές» των Οθωμανών οι οποίοι διψούσαν για «αίμα».Η Μάχη της Αλαμάνας, όπως έχει μείνει στην βιβλιογραφία, σημειώθηκε σαν σήμερα στις 23 Απριλίου του 1821, στην περιοχή του Σπερχειού, κοντά στις Θερμοπύλες, ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως οι «Θερμοπύλες» της Επανάστασης λόγω της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού του Αθανάσιου Διάκου, που οδήγησε στο άδοξο τέλος του.

Η Επανάσταση στα πρώτα βήματα της

Στις αρχές Απριλίου του 1821 η Ανατολική Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα) βρισκόταν σε επαναστατικό αναβρασμό, όπως και η Δυτική Ρούμελη και ο Μοριάς (Πελοπόννησος).
Ο Αθανάσιος Διάκος, που πρωτοστάστησε στην κήρυξη της επανάστασης στην περιοχή αυτή της Ελλάδας, είχε καταλάβει τη Λιβαδειά, τη Θήβα και την Αταλάντη, όχι όμως και το διοικητικό κέντρο της περιοχής, το Ζητούνι (σημερινή Λαμία), καθώς ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης θεωρούσε πρόωρη την έκρηξη της Επανάστασης και δεν συμμετείχε στον Αγώνα.
Τα κακά μαντάτα δεν άργησαν να φθάσουν στον διοικητή της Πελοποννήσου (Μόρα-Βαλεσί) Χουρσίτ Πασά, ο οποίος βρισκόταν στην Ήπειρο, επικεφαλής στρατευμάτων για να τιμωρήσει τον Αλή Πασά, που έδειχνε τάσεις αυτονομίας από τον Σουλτάνο.
Ο Χουρσίτ διέταξε τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση στη Ρούμελη και στη συνέχεια να προχωρήσουν από δύο κατευθύνσεις προς την Πελοπόννησο, για την άρση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς.

Το χρονικό της μάχης

Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.
Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου 1821) και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού ποταμού (Αλαμάνας), διαμοιράζοντας τους 1500 άνδρες που διαθέτουν, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.
Το εναλλακτικό σχέδιο του Γιάννη Δυοβουνιώτη για την από κοινού αντιμετώπιση των Τούρκων στον Γοργοπόταμο απορρίπτεται.
Έτσι, ο Πανουργιάς Πανουργιάς με 600 άνδρες οχυρώνεται στα υψώματα της Χαλκωμάτας, ο Δυοβουνιώτης καταλαμβάνει τη χαράδρα του Γοργοποτάμου με 400 άνδρες και ο Διάκος με 500 άνδρες θα αντιμετώπιζε τον εχθρό στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας (Σπερχειού), πλησίον των Θερμοπυλών.

Η αιματηρή και πολύνεκρη μάχη ξεκινά

Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα και στα τρία σώματα των επαναστατών. Ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης υποχρεώνονται να υποχωρήσουν, προ των υπέρτερων δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, με συνέπεια ο κύριος όγκος των Οθωμανών υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ να επιπέσει επί του Διάκου στην Αλαμάνα.
Ο Διάκος αρνείται να φύγει και να σωθεί, όπως τον προέτρεψαν οι συμπολεμιστές του και ως άλλος Λεωνίδας με μόνο 48 άνδρες μένει και πολεμά μέχρις εσχάτων.
Κατά τη διάρκεια της μάχης το σπαθί του σπάει κι ένα εχθρικό βόλι τον τραυματίζει στον δεξιό ώμο, στο οποίο κρατούσε το πιστόλι. Πέντε Τουρκαλβανοί ορμούν στο χαράκωμά του και τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο.
Ο επίλογος της μάχης, που στοίχισε τη ζωή σε 200 Έλληνες και 500 Οθωμανούς, γράφτηκε την επομένη ημέρα.

Το άδοξο τέλος του Αθανάσιου Διάκου

Ο Διάκος μεταφέρθηκε στη Λαμία σιδηροδέσμιος, με ανοιχτές και αιμάσσουσες τις πληγές του και τιμωρήθηκε παραδειγματικά δια ανασκολοπισμού.
Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου ατσάλωσε τους επαναστάτες, παρά την ήττα και την καταστροφή στην Αλαμάνα.
Οι δύο πασάδες, παρά τη νίκη τους επί του πεδίου της μάχης, δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς τους στόχους. Η καθυστέρηση στην Αλαμάνα έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στον Οδυσσέα Ανδρούτσο να οργανώσει την αντίσταση στο χάνι της Γραβιάς και να εκδικηθεί τη θυσία του Διάκου και των συμπολεμιστών του.

https://www.onalert.gr

Ο επίσκοπος Σαλώνων ΗΣΑΪΑΣ, (1769-1821)

Όσο κι αν ψάξουμε ττς σελίδες του ´21 δεν θα βρούμε άλλο δεσπότη να λαβαίνει μέρος σε μάχες. Ιεράρχες μάρτυρες ήταν αρκετοί στον Αγώνα. 
 
Πολεμιστής όμως παραμένει μοναδικός ο Ησαΐας!


Δεν αρκούν λίγες σελίδες για να περιλάβουν το βίο και το έργο του Ησαΐα. Ο αγνός αυτός πατριώτης, ο πολεμάρχης κληρικός και εθνικός κήρυκας της Επανάστασης του ´21, ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, υπήρξε όντως μια μεγάλη μορφή του Αγώνα
Σαν παραμύθι μοιάζει η ιστορία που ακολουθεί. Παραμύθι γιατί περιέχει τη γοητεία της υπερβολής και του μεγαλείου- και γαλουχώντας διαδοχικά γενιές των προγόνων μας φτάνει κάποτε ως τις μέρες μας.
Ο Ησαίας, ήταν Κληρικός, αγωνιστής του 1821. Γεννήθηκε στη Δεσφίνα της Φωκίδας, τριτότοκος γιος πενταμελούς οικογένειας. Έμαθε τα πρώτα του γράμματα στα Σάλωνα από τον καλόγερο Γεράσιμο Λύτσικα.
 
Γύρω στα 1750, καθώς ξημέρωναν Χριστούγεννα, ένας λεβεντόπαπας από τη Δεσφίνα, ο παπα-Στάθης, γύριζε βιαστικά από την Αντίκυρα, καβάλα στο μουλάρι του, να λειτουργήσει στης Δεσφίνας την εκκλησιά. Το χιόνι έπεφτε πυκνό τριγύρω. Ξάφνου άκουσε μια φωνή να ζητάει βοήθεια. Πλησίασε και βρήκε μέσα σε μια σπηλιά τον Αρβανίτη Αλή, Ζαμπίτη της Αντίκυρας, να καίγεται στον πυρετό. Ο παπα-Στάθης φόρτωσε τον Αλή στο μουλάρι, τον ανέβασε στη Δεσφίνα και τον περιποιήθηκε στο σπίτι του σώζοντάς τον από βέβαιο θάνατο. «Βουνό με βουνό δεν συναντιέται, άνθρωπος με άνθρωπο ανταμώνουν», είπε όταν συνήρθε ο Αρβανίτης Αλής στον παπα-Στάθη. Όμως οι δυο τους δεν έλαχε ποτέ να ξανανταμώοουν. Ο θρύλος σταματάει εδώ για να συναντήσει αργότερα την ιστορία.
 
ΟΙΚΙΑ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ Δεσφίνα Παρνασσίδας.
Εδώ γεννήθηκε ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαίας.
Ο εικονιζόμενος αείμνηστος π.Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου,
ήταν συγγενής του Ησαία.(Φωτογραφία του 1966
Ο παπα-Στάθης της Δεσφίνας είχε γυναίκα την Αρχόντω, τρεις γιους και δύο κόρες. Ο μεγάλος γιος, ο Γιάννης, έγινε τσοπάνης. Ο δεύτερος, ο Θεοδόσης, πήγε καλόγερος στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά. Το τρίτο παιδί γεννήθηκε το 1778. Ο παπα-Στάθης του ´δωσε το όνομα Ηλίας και θέλησε να τονε κάνει παπά. Δεκαοχτώ χρονών τον έστειλε στα Σάλωνα όπου δίδασκε ο καλόγερος -δάσκαλος του Γένους- Γεράσιμος Λύτσικας, να μάθει λίγα γράμματα. Το 1797 φύγει απ´ τα Σάλωνα και γίνεται καλόγερος στο μοναστήρι του Προδρόμου της Δεσφίνας λαμβάνοντας το όνομα Ησαΐας, που διατήρησε σ´ όλη του τη ζωή. Όμως η δίψα του για μάθηση τον έσπρωχνε σε κάτι καλύτερο. Έτσι μια μέρα εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά όπου εμόναζε κι ο αδελφός του. Εκεί, μέσα στη βιβλιοθήκη του νέου μοναστηριού συμπλήρωσε ο Ησαΐας τη μόρφωση του τις ώρες της σχόλης. Για την αφοσίωσή του στα θεία και το ζήλο του, γρήγορα έγινε διάκος. Τότε ξυπνάει μέσα του ο πόθος για τη λευτεριά όλης της Ρωμιοσύνης. Όμως οι γνώσεις που είχε αποκτήσει δεν του αρκούσαν. Τα Γιάννενα, το φημισμένο κέντρο με σχολειά και δασκάλους σαν τον Μπαλάνο και τον Ψαλίδα, ασκούσαν στον Ησαΐα μια ακατανίκητη έλξη και γοητεία. Για ´κεί ξεκίνησε ο ανήσυχος καλόγερος του Οσίου Λουκά.
Πέρασαν πολλά χρόνια απ´ τη χριστουγεννιάτικη εκείνη νύχτα που ο παπα-Στάθης είχε σώσει τον Αρβανίτη. Τώρα αυτός ο Αρβανίτης αφέντευε τα Γιάννενα -έτσι μας λέει ο θρύλος. Είναι ο Αλή Πασάς απ´ το Τεπελένι. Ο παντοδύναμος δυνάστης δεν ξέχασε το καλό που του ´χε κάνει ο παπάς της Δεσφίνας. Έστειλε απεσταλμένο με «γραφή» στον Ζαμπίτη της Δεοφίνας που τον πρόσταζε να στείλει στα Γιάννενα τον παπα-Στάθη. Όμως ο παπάς δεν ζούσε και σύμφωνα με την προσταγή πήρανε τα δυο του παιδιά, τον Γιάννη και τον Ηλία. Ο Αλής θέλοντας να ξεπληρώσει το καλό στα παιδιά του σωτήρα του τα έβαλε να του ζητήσουν ό,τι ήθελαν για να προστάξει να γίνει. Ο Γιάννης αρνήθηκε. Ο Ηλίας ζήτησε απ´ το βεζίρη να τον βοηθήσει να σπουδάσει. Ο Αλής δέχτηκε με χαρά του. Τον έμπασε τρόφιμο ο´ ένα καλό ελληνικό σχολείο κι ύστερα τον έστειλε γι´ ανώτερες σπουδές στην Πόλη.
Η αληθινή αίτια που έφτασε στ´ αυτιά του Αλή το όνομα του Ησαΐα ήταν η φήμη που απέκτησε καλλιεργώντας στενές σχέσεις με επίσημα πρόσωπα. Ο Αλής τον γνώρισε πρώτα κι εκτιμώντας το ήθος και το χαρακτήρα του θέλησε να τον βοηθήσει στη σταδιοδρομία του, στέλνοντας τον να τελειώσει τις σπουδές του στην Πόλη.
Στην Κωνσταντινούπολη ο Ησαΐας απέκτησε πολλές γνωριμίες, ειδικά με τους Φαναριώτες, και συνδέθηκε με το Πατριαρχείο. Εκεί γνώρισε τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε´ κι απέκτησε στενό σύνδεσμο μαζί του. Όμως ο προορισμός του ήταν άλλος. Σύντομα γύρισε οτο χωριό του τη Δεσφίνα ως ιερέας να εκπληρώσει την ιερατική του αποστολή. Ο Αλής τον διόρισε συγχρόνως διοικητή της περιφέρειας. Στο διάστημα αυτό έγραψε «Εκκλησιαστικούς λόγους» κι ένα «Χρονικό της Ρούμελης» που χάθηκε και στέρησε την ιστορία μας ίσως από ένα σπουδαίο έργο.
Μετά το θάνατο του επισκόπου Σαλώνων Ιωακείμ η επισκοπή έμεινε ορφανή από αρχιερέα. Όλης της επαρχίας των Σαλώνων τότε η προσοχή στράφηκε αυθόρμητα στον Δεσφινιώτη Ησαΐα. Ο Αλή πασάς, θέλοντας να δημιουργήσει περιβάλλον από δικούς του αφοσιωμένους ανθρώπους, στέλνει γράμματα στον πατριάρχη και τον παρακαλεί να δοθεί η θέση του Ιωακείμ στον Ησαία, Μα κι ο πατριάρχης γνωρίζει καλά τον Ησαΐα. Εχει κιόλας εκτιμήσει τα προσόντα του. θ´ αποκτούσαν τα Σάλωνα δεσπότη αρεστό στο σατράπη. Άλλωστε θα μπορούσε να μεσιτεύει για ν´ αποφεύγουν οι χριστιανοί τις ραδιουργίες του.
Έτσι το 1818 ο πατριάρχης χειροτονεί δεσπότη τον Ησαΐα. «Ησαΐας επίσκοπος Σαλώνων ή Σόλωνος».
Αναχώρηση Ησαία και Διάκου γιά τη Μάχη
Για το δεσπότη αρχίζει ένα νέο στάδιο δράσης προς όφελος των καταφρονεμένων χριστιανών της επαρχίας. Επαναφέρει στα Σάλωνα την έδρα της επισκοπής η οποία για μερικά χρόνια είχε μεταφερθεί στο Χρισσό. Μοιράζει κατόπιν όλα τα εισοδήματα του στους φτωχούς, δανείζεται από τους πλούσιους Σαλωνίτες χρήματα, τα μοιράζει κι αυτά. Τα ανθρωπιστικά του αισθήματα τον κάνουν αγαπητό και λατρευτό ο´ όλη την επαρχία. Ο Πανουργιάς, αρματολός της περιοχής, τον κάνει φίλο του και τον αποκαλεί δεξί του χέρι. Στο δεύτερο χρόνο της χειροτονίας του δέχεται το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Στις παραμονές του Αγώνα μαζεύει χρήματα, αγοράζει όπλα και τ´αποθηκεύει μυστικά στα Σάλωνα. Τα όπλα μετέφερε απ´ την Ευρώπη με τα δυο του καράβια ο Γαλαξιδιώτης ναυτικός Φούντας ή Γκανούτας.
Κείνο τον καιρό είχε φτάσει στην επαρχία των Σαλώνων κάποιος παπα-Ανδρέας Μόρης απ´ την Κουκουβίστα. Ζωσμένος τ´ άρματα πάνω από τα ράσα παρενοχλούσε τους Τούρκους κάθε τόσο. Εκείνοι διαμαρτύρονταν στο δεσπότη, ενώ ο Αλή πασάς ζητούσε επίμονα τον παπα-Ανδρέα. Η θέση του ιεράρχη έγινε δύσκολη. Ήθελε να βοηθήσει τον παπα-Ανδρέα χωρίς να δυσαρεστήσει τους Τούρκους και τον Αλή, μην τύχει και τους κινήσει υποψίες. Γράφοντας ο Ησαΐας στον πατριάρχη Γρηγόριο του ζητούσε μεταξύ των άλλων τη συμβουλή του για το θέμα του παπα-Ανδρέα. Ο πατριάρχης του απάντησε -με επιστολή που έφερε ημερομηνία 20 Δεκεμβρίου 1820- να υπερασπίζεται κρυφά τον γενναίο Κουκουβιστιανό αγωνιστή και συγχρόνως να υποκριθεί άγνοια οτο βεζίρη, να τον καταπραΰνει με λόγια και υποσχέσεις, αλλά να μην παραδώσει τον Μόρη εις λέοντος στόμα. Ο Ησαΐας πράγματι περιέθαλψε τον παπα-Ανδρέα Μόρη τον Κουκουβιστιανό όπως του άξιζε. Και κείνος, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, βρέθηκε πλάι στον Πανουργιά και πολέμησε λιονταρίσια. Συγχρόνως ο πατριάρχης καλούσε μ´ απεσταλμένο τον Ησαΐα στην Κωνσταντινούπολη να του μεταβιβάσει τις τελευταίες εντολές για τη μεγάλη στιγμή που πλησίαζε. Για να θολώσει τα νερά και να μην υποψιαστούν οι αγάδες της Ρούμελης για το ξαφνικό ταξίδι του δεσπότη, συγκάλεσε το ηγουμενικό συμβούλιο του Οσίου Λουκά -που υπαγόταν τότε στην επισκοπή Σαλώνων- για τις εκκρεμείς υποθέσεις του μοναστηριού, μαζί με τον Ησαΐα. Έτσι τις πρώτες μέρες του 1821 ο επίσκοπος βρισκόταν, μαζί με τον αδελφό του Θεοδόσιο και τον ηγούμενο Χατζή, στην Πόλη κι έπαιρνε οδηγίες από τον πατριάρχη. Στις 11 Μαρτίου, σ´ ένα απόμερο σημείο του κόλπου της Αντίκυρας, αποβιβάστηκε ο ταξιδιώτης δεσπότης κι από ´κεί έφτασε οτο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, όπου, ειδοποιημένος, τον περίμενε ο Θανάσης Διάκος. Όλα είναι έτοιμα. Μετά τον εσπερινό ο Ησαΐας ορκίζει τα παλικάρια πάνω οτο ευαγγέλιο. Ύστερα αναχώρησε για τα Σάλωνα, μάζεψε τους προύχοντες και τους προκρίτους και τους ανέθεσε την οργάνωση. Την εκτέλεση θ´ αναλάμβανε ο καπετάνιος της επαρχίας, ο γερο-Πανουργιάς. Πολεμοφόδια μεταφέρονται από το Γαλαξίδι και μοιράζονται στα σπίτια των προυχόντων, χωρίς οι Τούρκοι ν´ αντιληφθούν το παραμικρό. Η Επανάσταση είχε μπει στο δρόμο της. Ζήτημα ημερών το ξέσπασμα της.
Στις 24 Μαρτίου, στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, ο Ησαΐας συγκέντρωσε τον Πανουργιά με τα παλικάρια του και τους προεστούς των Σαλώνων Αναγνώσιη Γιαγτζή, Ρήγα Κοντορρήγα και Ανα- γνώστη Κεχαγιά, έκαναν δοξολογία και ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στην περιοχή των Σαλώνων. Ο πόθος του ιεράρχη είχε εκπληρωθεί. Οι κόποι του είχαν καρποφορήσει.
Στις 26 Μαρτίου ο Ησαΐας ξαναβρίσκεται στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά με τον Θανάση Διάκο. Και στο χάραμα της άλλης μέρας οι καλόγεροι έψαλαν τη δοξολογία. Ήταν το γλυκοχάραμα της λευτεριάς. Ετσι κηρύχτηκε η Επανάσταση και στη Βοιωτία. Ο αρχηγός Θανάσης Διάκος είχε πάρει την ευλογία του δεσπότη και ξεκινούσε με τα παλικάρια του για το μεγάλο Αγώνα. Ο Ησαίας κατέθεσε τα αμφία του στον Όσιο Λουκά, αρματώθηκε και ξεκινώντας για τα Σάλωνα έριξε μια στερνή
ματιά στο μοναστήρι. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του δεσπότη και κατάβρεξαν ττς ροδόχροες παρειές του.
Δύο μέρες έμεινε ο ιεράρχης στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία να παρακολουθήσει την Επανάσταση που είχε ξεσπάσει στα Σάλωνα αυθημερόν. Σαν έμαθε πως όλα πήγαιναν καλά και πως οι Σαλωνίτες κλείσανε τους Τούρκους στο Κάστρο, έφυγε για τη Λιβαδειά, όπου έφτιαξε μ´ άλλους δύο ιεράρχες την Επαναστατική Επιτροπή. Είναι το μόνο σωζόμενο έγγραφο που φέρει την υπογραφή του Ησαΐα.
Ο επίσκοπος γύρισε σύντομα στα Σάλωνα. Έπρεπε να ετοιμάσει την άμυνα. Ο Πανουργιάς με 500 άνδρες είχε πάρει το Κάστρο (10 Απριλίου 1821, ανήμερα του Πάσχα). Από τα λάφυρα αρματώθηκαν οι Σαλωνίτες του Πανουργιά κι έτρεξαν να συναντήσουν τους Διάκο και Δυοβουνιώτη που βρίσκονταν στα όρια του Ζητουνιού, περιοχής Λαμίας. Μαζί τους ακολουθούσε ένας ακόμη αρματωμένος πολεμιστής. Ήταν ο δεσπότης Ησαΐας.
Όσο κι αν ψάξουμε ττς σελίδες του ´21 δεν θα βρούμε άλλο δεσπότη να λαβαίνει μέρος σε μάχες. Ιεράρχες μάρτυρες ήταν αρκετοί στον Αγώνα. Πολεμιστής όμως παραμένει μοναδικός ο Ησαΐας!
Ο Σαλώνων  Ησαίας,  βρήκε ένδοξο θάνατο στη μάχη της Χαλκωμάτας
 (Απρίλιος 1821).  Εδώ απεικονίζεται πληγωμένος δίπλα στον Διάκο
σε πίνακα του Αλέξανδρου Ησαΐα εμπνευσμένο από τη μάχη της Αλαμάνας
Ούτε να ιερουργήσει δεν κάθησε το πρώτο ελεύθερο Πάσχα στα Σάλωνα. Δεν προλάβαινε. Στο πολεμικό συμβούλιο που έγινε στους Κομποτάδες σττς 19 Απριλίου αποφασίστηκε ο Πανουργιάς να κρατήσει το κέντρο. Επιανε τον ξεροπόταμο Ντούνο κι όλο το κάτω μέρος της Χαλκωμάτας. Στο χωριό Μουσταφάμπεη έστειλε ο Πανουργιάς τον Κομνά Τράκα και τον παπα-Ανδρέα με τα παλικάρια του. Ο ίδιος με τους υπόλοτπους κατ τον Μαμούρη θα μένανε στη Χαλκωμάτα. Ο Ησαΐας στην κρίσιμη εκείνη στιγμή έμεινε κοντά στο σαλωνίτικο σώμα, δίνοντας κουράγιο στους Έλληνες που αντίκριζαν από μακριά το πολυάριθμο στρατόπεδο του εχθρού.
Στη μάχη που ακολουθεί στη Χαλκωμάτα ο πολυάριθμος κι εμπειροπόλεμος στρατός του Βρυώνη κατατροπώνει τους λιγοστούς Έλληνες αγωνιστές. Ο Πανουργιάς τραυματίζεται. Ένα εχθρικό βόλι βρίσκει και τον Ησαία. Ο αδελφός του ο παπα-Γιάννης πέφτει κι αυτός νεκρός. Ένα παλικάρι, ο έφορος του στρατού Μαρκόπουλος, βλέποντας τον ιεράρχη να μένει πίσω λαβωμένος, τον σηκώνει στον ώμο του κι αρχίζει να τρέχει. Ο Ησαΐας τον παρακαλεί: «Άφησε με τέκνον μου και σώσε τουλάχιστον σεαυτόν ως χρησιμότερον». Ο ανήφορος του Καλλίδρομου, στητός, εξουθενώνει τον Μαρκόπουλο. Και αποθέτει κοντά στην πηγή της Χαλκωμάτας το «πολύτιμον φορτίον». Φεύγοντας ο Μαρκόπουλος άκουσε τον Ησαία να φωνάζει: «Παναγία μου, σώσον τουλάχιστον την Πατρίδα». Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια. Οι Τούρκοι καταφθάνουν κι αποτελειώνουν τον ιεράρχη. Όταν την άλλη μέρα οι Τούρκοι παλούκωσαν τον Διάκο, βάλανε γύρω από τη σούβλα περίπου 80 κεφάλια που ´χαν κόψει στη μάχη της Αλαμάνας. Ένα από αυτά ήταν και του Ησαία.
Ο Ησαΐας παραμένει ένα αγνό σύμβολο του αδούλωτου Ελληνισμού. Το μαρμάρινο άγαλμα του στήθηκε από τους Αμφισσείς τον Ιούλιο του 1931 στη μεγάλη πλατεία της Άμφισσας που από τότε φέρει τ´ όνομα του. Σ´ εκείνα τ´ αποκαλυπτήρια ο γυμνασιάρχης του Γυμνασίου της πόλης σε προσφώνηση του κατέληξε με τούτα τα πικρά λόγια:
«Σε αδίκησε η Ιστορία…
Σε λησμόνησε η Πατρίδα».
Πηγή Ελευθεροτυπία ´ΙΣΤΟΡΙΚΑ´
Το κείμενο ανήκει στον Ερευνητή – Ιστορικό Δρόσο Κραββαρτόγιαννο

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ