Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Δημοσθένης: Η Διαφθορά του Λαού

Δημοσθένης:  Η Διαφθορά του Λαού




Ο Δημοσθένης, η απάθεια του λαού και η απώλεια της ελευθερίας: Σε μια περικοπή του περίφημου λόγου του «Υπέρ Κτησιφώντος Περί του Στεφάνου» ο σπουδαίος Αθηναίος πολιτικός στηλιτεύει τη στάση της φιλομακεδονικής παράταξης της Αθήνας και κυρίως του Αισχίνη, τονίζοντας ότι η διαφθορά των Αθηναίων πολιτικών καθώς και η απάθεια του λαού οδήγησαν στη ισχυροποίηση του Φιλίππου πράγμα που στο τέλος θα οδηγούσε στην απώλεια της ανεξαρτησίας τους – κάτι που εν τέλει έγινε.
[Όταν ο Φίλιππος τριγύριζε, υποτάσσοντας Ιλλυριούς και Τριβαλλούς, καθώς και μερικούς άλλους Έλληνες, όταν αποκτούσε σταδιακά τον έλεγχο μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και ορισμένοι από τις πόλεις, μεταξύ των οποίων και τούτος εδώ (εννοεί τον Αισχίνη), επωφελούνταν από την ελευθερία της ειρήνης για να πηγαίνουν εκεί και να δωροδοκούνται, τότε δέχονταν επίθεση όλοι εκείνοι εναντίον των οποίων ο Φίλιππος έκανε τις κινήσεις αυτές. Αν δεν το αντιλαμβάνονταν, είναι μια άλλη ιστορία που δε με αφορά. Οι προβλέψεις και οι διαμαρτυρίες μου ήταν αδιάκοπες τόσο εδώ σε σας όσο και όπου είχα σταλεί.
Μα οι πόλεις νοσούσαν. Οι άνθρωποι της πολιτικής και της δράσης είχαν εξαγοραστεί και διαφθαρεί με χρήματα, ενώ από τους απλούς πολίτες πολλοί δεν πρόβλεπαν το μέλλον ή δελεάζονταν με την ανεμελιά και την καθημερινή καλοπέραση. Και από αυτήν την ασθένεια είχαν προσβληθεί όλοι παντού, ώστε ο καθένας νόμιζε ότι δεν θα τον βρει η συμφορά αυτόν αλλ’ ότι θα εξασφαλίσει τα συμφέροντά του εάν ήθελε, εκμεταλλευόμενος τους κινδύνους των άλλων. Ήταν, νομίζω, επακόλουθο να τιμωρηθεί η υπερβολική και άκαιρη απάθεια του λαού με την απώλεια της ανεξαρτησίας του, ενώ οι ηγέτες του, που φαντάζονταν ότι πουλούσαν οτιδήποτε άλλο εκτός από τους εαυτούς τους, αντιλήφθηκαν πως το πρώτο πράγμα που ξεπουλούσαν ήταν ο ίδιος ο εαυτός τους. Και αντί να ονομάζονται φίλοι και φιλοξενούμενοι, όπως συνέβαινε τον καιρό που δωροδοκούνταν, τώρα προσαγορεύνταν κόλακες, εχθροί των θεών και με όλα τα άλλα τα επίθετα που τους αρμόζουν.
Κανένας όμως, ω ανδρες Αθηναίοι, δεν ξοδεύει τα χρήματα για το καλό του προδότη ούτε, αφού έχει πάρει αυτό για το οποίο πλήρωσε, συνεχίζει να έχει για σύμβουλό του τον προδότη από κει και πέρα. Διαφορετικά δε θα υπήρχε πιο ευτυχισμένος άνθρωπος από τον προδότη. Μα δεν είναι έτσι. Από που κι ως που άλλωστε; Κάθε άλλο! Μόλις ο άνθρωπος που επιζητεί την εξουσία γίνει κύριος της κατάστασης, γίνεται και αφέντης εκείνων που του την πρόσφεραν. Και τότε, ναι, γνωρίζοντας την κακοήθειά τους, τους σιχαίνεται, δυσπιστεί απέναντί τους και τους προπηλακίζει.
Έχετε υπ’ όψιν σας αυτά που σας λέω, γιατί αν και είναι περασμένα, και δεν διορθώνονται, ωστόσο είναι πάντα καιρός να διδάσκονται απ’ αυτά οι μυαλωμένοι πολίτες.]
Αντιλαμβανόμαστε στα χρόνια που πέρασαν πως ούτε οι πολίτες έγιναν μυαλωμένοι ούτε οι πολιτικοί τους έπαψαν να είναι διεφθαρμένοι
… και συνεχίζουμε κοιμώμενοι ωσάν ξυπνητοί !!!

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

30 μαθήματα ζωής από τον Επίκουρο



 
Επίκουρος (Σάμος, 341 π.Χ. - Αθήνα, 270 π.Χ.) : για κάποιους θεωρείται ως ο σημαντικότερος αρχαίος έλληνας φιλόσοφος. Ήταν ιδρυτής του Επικουρισμού, μιας από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνιστικής φιλοσοφίας. Μερικές από τις ρήσεις του είναι οι εξής:
  • Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς.
    • Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για εμάς, διότι αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για εμάς.
  • Ὅρος τοῦ μεγέθους τῶν ἡδονῶν ἡ παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις. ὅπου δ΄ ἂν τὸ ἡδόμενον ἐνῇ͵ καθ΄ ὃν ἂν χρόνον ᾖ͵ οὐκ ἔστι τὸ ἀλγοῦν ἢ λυπούμενον ἢ τὸ συναμφότερον.
    • Όριο του μεγέθους των ηδονών είναι η εξάλειψη κάθε πόνου. Όπου είναι παρούσα η ηδονή και για όσο διάστημα είναι παρούσα, δεν υπάρχει τίποτε που να προξενεί πόνο ή λύπη ή και τα δύο μαζί.
  • Οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως ἄνευ τοῦ ἡδέως.
    • Είναι αδύνατον να ζεις ευχάριστα χωρίς να ζεις σοφά, έντιμα και δίκαια και είναι αδύνατον να ζεις σοφά έντιμα και δίκαια χωρίς να ζεις ευχάριστα.
  • Ὁ δίκαιοςἀταρακτότατος͵ ὁ δ΄ ἄδικος πλείστης ταραχῆς γέμων.
    • Ο δίκαιος άνθρωπος έχει ηρεμία, ενώ ο άδικος είναι γεμάτος ταραχή.
  • Ὧν ἡ σοφία παρασκευάζεται εἰς τὴν τοῦ ὅλου βίου μακαριότητα πολὺ μέγιστόν ἐστιν ἡ τῆς φιλίας κτῆσις.
    • Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολό της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας.
  • Ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται͵ πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες.
    • [Οι άνθρωποι], καθώς είναι εξοικειωμένοι διαρκώς με τις δικές τους αρετές, αποδέχονται τους ομοίους τους και θεωρούν ξένο κάθε τι το διαφορετικό.
  • Πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος.
    • Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, ενώ ο θάνατος είναι ακριβώς η στέρηση της αίσθησης.
  • Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν͵ μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν. οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. [...] ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι͵ τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων͵ τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων.
    • Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργοπορεί να φιλοσοφήσει, ούτε όταν είναι γέρος να καταπονείται φιλοσοφώντας. [...] Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος: ο ένας ώστε, καθώς γερνά, να παραμένει νέος μέσα στα αγαθά – από ευγνωμοσύνη προς τα όσα έγιναν -, και ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, καθώς θα είναι απαλλαγμένος από το φόβο για όσα θα γίνουν.
  • Οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηδὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν. ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρών͵ ἀλλ΄ ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ͵ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ.
    • Για εκείνον που κατανόησε πραγματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε το φρικτό στο να μη ζει, δεν υπάρχει τίποτε το φριχτό στο να ζει. Επομένως, είναι ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει όταν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή υποφέρει στη σκέψη ότι θα έρθει.
  • Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς͵ ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν͵ ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν͵ ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ͵ τόθ΄ ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας͵ ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν͵ οἳ δ΄ οὐκέτι εἰσίν.
    • Το πιο φοβερό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για εμάς – στον βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών· κι όταν πάλι είναι παρών εκείνος, τότε δεν υπάρχουμε εμείς. Άρα ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους – εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια.
  • Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε πάντως ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον͵ ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον.
    • Πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε κι εντελώς ξένο μας, ώστε ούτε να περιμένουμε με βεβαιότητα ότι θα έρθει, ούτε να απελπιζόμαστε ότι σίγουρα δε θα έρθει.
  • Τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν͵ ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν• ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν͵ οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα.
    • Την ηδονή την έχουμε ανάγκη ακριβώς τότε, όταν πονούμε από την απουσία της∙ ενώ όταν δεν πονούμε, δεν την χρειαζόμαστε πια.
  • Καὶ τὴν αὐτάρκειαν δὲ ἀγαθὸν μέγα νομίζομεν͵ οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα͵ ἀλλ΄ ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά͵ τοῖς ὀλίγοις ἀρκώμεθα͵ πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι͵ καὶ ὅτι τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι͵ τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον.
    • Θεωρούμε ότι η αυτάρκεια είναι μέγιστο αγαθό, όχι για να χρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να μπορούμε, όταν δεν έχουμε πολλά, να αρκούμαστε στα λίγα, πιστεύοντας στ’ αλήθεια ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν ηδονικότερα εκείνοι που την έχουν μικρότερη ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό το αποκτούμε εύκολα, ενώ το μάταιο δύσκολα.
  • Οὐθὲν ἔοικε θνητῷ ζῴῳ ζῶν ἄνθρωπος ἐν ἀθανάτοις ἀγαθοῖς.
    • Διόλου δε μοιάζει με ζώο θνητό ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.
  • Πᾶσα ἀλγηδὼν εὐκαταφρόνητος• ἡ γὰρ σύντονον ἔχουσα τὸ πονοῦν σύντομον ἔχει τὸν χρόνον, ἡ δὲ χρονίζουσα περὶ τὴν σάρκα ἀβληχρὸν ἔχει τὸν πόνον.
    • Κάθε σωματικός πόνος είναι αξιοκαταφρόνητος• αυτός που πονά πολύ διαρκεί λίγο, ενώ αυτός που χρονίζει στη σάρκα προξενεί ήπιο πόνο.
  • Ἀδικοῦντα λαθεῖν μὲν δύσκολον, πίστιν δὲ λαβεῖν ὑπὲρ τοῦ λαθεῖν ἀδύνατον.
    • Αυτός που αδικεί είναι δύσκολο να ξεφύγει• αλλά να βεβαιωθεί πως θα συνεχίζει να ξεφεύγει είναι αδύνατον.
  • Κακὸν ἀvάγκη, ἀλλ’ οὐδεμία ἀvάγκη ζῆν μετὰ ἀvάγκης.
    • Η ανάγκη είναι κακό, αλλά δεν είναι αναγκαίο να ζούμε υπό καθεστώς ανάγκης.
  • Γεγόναμεν ἅπαξ, δὶς δὲ οὐκ ἔστι γενέσθαι• δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκέτι εἶναι• σὺ δὲ οὐκ ὢν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον• ὁ δὲ βίος μελλησμῷ παραπόλλυται καὶ εἷς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει.
    • Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη• και κατ’ ανάγκην δεν υπάρχει πια κάτι αιώνια. Όμως εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου: και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες.
  • Ἀφαιρουμένης προσόψεως καὶ ὁμιλίας καὶ συναναστροφῆς ἐκλύεται τὸ ἐρωτικὸν πάθος.
    • Αν αφαιρέσουμε την όψη, τη συνομιλία και τη συναναστροφή, σβήνει το ερωτικό πάθος.
  • Τοῦ γεγονότος ἀμνήμων ἀγαθοῦ γέρων τήμερον γεγένηται.
    • Ο γέρος που λησμονεί το αγαθό που συνέβη είναι σαν να γεννήθηκε σήμερα.
  • Ἡ πενία μετρουμένη τῷ τῆς φύσεως τέλει μέγας ἐστὶ πλοῦτος• πλοῦτος δὲ μὴ ὁριζόμενος μεγάλη ἐστὶ πενία.
    • Η φτώχεια, αν υπολογιστεί με μέτρο τον σκοπό της φύσης, είναι μεγάλος πλούτος• ενώ ο πλούτος που δεν του έχουν τεθεί όρια είναι μεγάλη φτώχεια.
  • Οὔτε τοὺς προχείρους εἰς φιλίαν οὔτε τοὺς ὀκνηροὺς δοκιμαστέον• δεῖ δὲ καὶ παρακινδυνεῦσαι χάριν, χάριν φίλιας.
    • Δεν πρέπει να αποδεχόμαστε ούτε τους πολύ βιαστικούς στη φιλία ούτε τους πολύ διστακτικούς∙ γιατί για χάρη της φιλίας χρειάζεται και να διακινδυνεύουμε.
  • Οὐχ οὕτως χρείαν ἔχομεν τῆς χρείας <τῆς> παρὰ τῶν φίλων ὡς τῆς πίστεως τῆς περὶ τῆς χρείας.
    • Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο τη βεβαιότητα για τη βοήθειά τους.
  • Μικρὸς παντάπασιν ᾧ πολλαὶ αἰτίαι εὔλογοι εἰς ἐξαγωγὴν βίου.
    • Είναι μικρός από κάθε άποψη ο άνθρωπος που έχει πολλούς και καλούς λόγους να εγκαταλείψει τη ζωή.
  • Οὔθ’ ὁ τὴν χρείαν ἐπιζητῶν διὰ παντὸς φίλος, οὔθ’ ὁ μηδέποτε συνάπτων• ὁ μὲν γὰρ καπηλεύει τῇ χάριτι τὴν ἀμοιβήν, ὁ δὲ ἀποκόπτει τὴν περὶ τοῦ μέλλοντος εὐελπιστίαν.
    • Φίλος δεν είναι ούτε εκείνος που διαρκώς επιζητεί το χρήσιμο ούτε εκείνος που ποτέ δεν το συνδιάζει με τη φιλία. Γιατί ο ένας, με πρόσχημα την ευεργεσία, εμπορεύεται το αντάλλαγμα, ενώ ο άλλος σκοτώνει την καλή ελπίδα για το μέλλον.
  • Ἡ φιλία περιχορεύει τὴν οἰκουμένην κηρύττουσα δὴ πᾶσιν ἡμῖν ἐγείρεσθαι ἐπὶ τὸν μακαρισμόν.
    • Η φιλία σέρνει το χορό της ολόγυρα στην οικουμένη, κηρύττοντας σε όλους μας να σηκωθούμε για το μακαρισμό.
  • Ἔστι καὶ ἐν λεπτότητι καθαριότης, ἧς ὁ ἀνεπιλόγιστος παραπλήσιόν τι πάσχει τῷ διʼ ἀοριστίαν ἐκπίπτοντι.
    • Υπάρχει και στην απλότητα ένα μέτρο και όποιος δεν το λογαριάζει παθαίνει ό,τι συμβαίνει σ’ εκείνον που δεν έχει όρια.
  • Συμπαθῶμεν τοῖς φίλοις οὐ θρηνοῦντες ἀλλὰ φροντίζοντες.
    • Στον πόνο των φίλων συμπάσχουμε όχι θρηνώντας αλλά μεριμνώντας γι’ αυτούς.
  • Ἐν φιλολόγῳ συζητήσει πλεῖον ἤνυσεν ὁ ἡττηθεὶς καθ’ ὃ προσέμαθεν.
    • Στην κοινή φιλοσοφική αναζήτηση κερδίζει περισσότερα αυτός που έμαθε περισσότερα: ο ηττημένος.
  • Τῆς αὐταρκείας καρπὸς μέγιστος ἐλευθερία.
    • Η ελευθερία, ο μέγιστος καρπός της αυτάρκειας.
by Αντικλείδι ,  http://antikleidi.wordpress.com/

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Διδαχές ζωής από τους 7 Σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας!


Διδαχές ζωής από τους 7 Σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας! Aνάμεσα στον Ζ΄ και Στ΄ αιώνα π.Χ. γεννήθηκαν και άκμασαν συγχρόνως οι ΕΠΤΑ ΣΟΦΟΙ της Αρχαιότητας. Είναι η εποχή που ο υμνούμενος έως τότε βίος των Ηρώων και των Ημιθέων αρχίζει σιγά-σιγά να χάνει την αίγλη του και βίος θετικότερος και πραγματικότερος να διαλύει τη γοητεία των θρύλων.

Διαβάστε τις διδαχές τους... Πραγματικά μαθήματα ζωής.

ΒΙΑΣ Ο ΠΡΙΗΝΕΥΣ
(Πολιτικός της Πριήνης)
Άκουγε πολλά, μίλα την ώρα που πρέπει.
Άνθρωπο που δεν αξίζει μην τον εγκωμιάζεις, επειδή είναι πλούσιος.
Να επιχειρείς κάτι έπειτα από ώριμη σκέψη, ώστε, όταν το ξεκινάς να το συνεχίζεις με σιγουριά.
Να μάθεις και ύστερα να ενεργήσεις.
Άριστη δημοκρατία υπάρχει εκεί όπου οι πάντες φοβούνται το νόμο σαν νά 'ταν τύραννος.
Στα νιάτα σου να αποχτήσεις καλή οικονομική κατάσταση και στα γηρατειά σου σοφία.
Μήτε υπερβολικά απονήρευτος να είσαι, μήτε δόλιος.
Να μη σου αρέσει να παίρνεις βιαστικά το λόγο, μήπως πέσεις σε λάθη και τότε δυσάρεστο επακόλουθο θα είναι η μεταμέλεια.
Αυτό που κάνεις, να το έχεις σοβαρά στο νου σου.
Πάρε με την πειθώ, όχι χρησιμοποιώντας βία.

ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ
(640 - 548 π.Χ. περίπου)
Η έλλειψη απασχόλησης φέρνει την πλήξη.
Να μην είσαι αργόσχολος, ακόμα κι αν έχεις πλούτη.
Βαρύ φορτίο η αμορφωσιά.
'Εγγυήθηκες; Η συμφορά σε παραμονεύει.
Είναι πολύ μεγάλη χαρά να αποχτήσεις ό,τι λαχταράει η ψυχή σου.
Ό,τι κακό συμβαίνει στο σπίτι σου μην το κοινολογείς.
Μη βαριέσαι να λες έναν καλό λόγο στους γονείς σου.
Άριστη δημοκρατία είναι εκείνη που δεν έχει ούτε πολύ πλούσιους πολίτες ούτε πολύ φτωχούς.
Να ρυθμίζεις τις πράξεις σου σύμφωνα με το μέτρο.
Μην έχεις εμπιστοσύνη σε όλους.
Μη μιμείσαι τα ελαττώματα του πατέρα σου.
Μην αποχτάς τα πλούτη σου με ανέντιμον τρόπον.
Μη στολίζεις την εξωτερική σου εμφάνιση, αλλά να έχεις ωραίες ενασχολήσεις.
Όποιες περιποιήσεις θα προσφέρεις στους γονείς σου, να περιμένεις ότι παρόμοιες θα δεχτείς κι εσύ από τα παιδιά σου στα γηρατειά σου.
Καλύτερα να σε φθονούν παρά να σε λυπούνται.
Τους φίλους σου να τους θυμάσαι όχι μόνον όταν είναι κοντά σου, αλλά κι όταν είναι μακριά.
Δύσκολο να αποχτήσει ο άνθρωπος αυτογνωσία.

ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ Ο ΛΙΝΔΙΟΣ
(Πολιτικός, τύραννος της Λίνδου)
Τίποτε να μην κάνεις με καταναγκασμό.
Παντρέψου γυναίκα της σειράς σου, γιατί, αν πάρεις από αρχοντικό σόι, θα αποχτήσεις αφεντικά, όχι συγγενείς.
Να έχεις γλώσσα που να εκφράζει αισιοδοξία ή που να ευχαριστεί όποιον σ' ακούει.
Να συγκρατείς τη γλώσσα σου.
Αν είσαι πλούσιος, να μη μεγαλοπιάνεσαι, κι αν είσαι φτωχός, να μην εξευτελίζεσαι.
Να διαλύεις τις εχθρότητες.
Άριστη δημοκρατία υπάρχει εκεί όπου οι πολιτικοί φοβούνται περισσότερο την επίκριση παρά το νόμο.
Το μέτρο είναι άριστο.
Μη διασκεδάζεις μέ κάποιον που κοροϊδεύει άλλους, επειδή θα σε αντιπαθήσουν εκείνοι εις βάρος των οποίων λέγονται τα σκώμματα.
Τον πατέρα σου πρέπει να τον σέβεσαι.
Δίνε στους συμπολίτες σου τις καλύτερες συμβουλές.
Να αποχτήσουμε πολλές γνώσεις παρά να μείνουμε στην αμάθεια.
Μάθε να υπομένεις με γενναιότητα τις αντιξοότητες.
Να μορφώνεις τα παιδιά σου.
Πρέπει να ακούμε τους άλλους με προσοχή και όχι να είμαστε πολυλογάδες.
ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΣ Ο ΚΟΡΙΝΘΙΟΣ
(Τύραννος της Κορίνθου (668-587 π.Χ.)
Οι ηδονές είναι θνητές, οι αρετές αθάνατες.
Η δημοκρατία είναι καλύτερο πολίτευμα από την τυραννίδα.
Τον καιρό της ευτυχίας σου να είσαι σεμνός και στις ατυχίες σου να διατηρείς την αξιοπρέπειά σου.
Τη δυστυχία σου κρύβε την, για να μη δώσεις χαρά στους εχθρούς σου.
Όσο ζεις, να σε επαινούν, κι όταν πεθάνεις, να σε μακαρίζουν.
Ωραίο πράγμα η ησυχία.
Μην κοινολογείς απόρρητες συνομιλίες.
Να μελετάς τα πάντα.
Όχι μόνο να τιμωρείς τους ενόχους, αλλά και να εμποδίζεις εκείνους που πρόκειται να κάνουν κακό.
Να προετοιμάζεις τον εαυτό σου, ώστε να γίνεις αντάξιος των γονέων σου.
Για τους φίλους να είσαι πάντα ο ίδιος, είτε ευτυχούν είτε δυστυχούν.
ΠΙΤΤΑΚΟΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
(Πολιτικός και αιρετός τύραννος της Λέσβου 650-570 π.Χ.)
Με την ανάγκη δεν τα βάζουν ούτε οι θεοί.
Η δίψα τού κέρδους δε σβήνει.
Τον κακότυχο μην τον μέμφεσαι, γιατί τέτοιες πράξεις η θεία δίκη τις τιμωρεί.
Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας φανερώνει το χαρακτήρα τού ανθρώπου.
Να ξεχωρίζεις την ευκαιρία.
Δύσκολο να προβλέψουμε το μέλλον, μόνον ό,τι έγινε είναι βέβαιο.
Μάθε να διακρίνεις τις ευκαιρίες.
Το χειρότερο από τα άγρια θηρία είναι ο τύραννος κι από τα ήμερα ο εγκωμιαστής.
Άριστη είναι η δημοκρατία εκεί όπου δεν υπάρχει η δυνατότητα να καταλαμβάνουν την εξουσία ανέντιμα άτομα.
Ό,τι σκέπτεσαι να κάνεις, μην το λες, γιατί, αν δεν τα καταφέρεις, θα σε περιγελάνε.
Όσα προκαλούν την οργή σου όταν τα κάνει ο διπλανός σου, εσύ να μην τα κάνεις.
Ό,τι σου εμπιστεύτηκαν, δώσ' το πίσω.
Στη στεριά μπορείς να εμπιστεύεσαι, η θάλασα είναι άπιστη.
Μήν κακολογείς το φίλο σου ούτε να εγκωμιάζεις τον εχθρό σου, γιατί κάτι τέτοια φανερώνουν επιπολαιότητα.
Δύσκολο να 'ναι ο άνθρωπος καλός.
ΣΟΛΩΝ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
(Μεγάλος πολιτικός και νομοθέτης, 640-560 π.Χ.)
Τα κράτη τότε κυβερνώνται πολύ καλά, όταν οι πολίτες πειθαρχούν στους άρχοντες και οι άρχοντες στους νόμους.
Όταν μάθεις να κυβερνιέσαι, θα ξέρεις να κυβερνάς.
Να σωπαίνεις κι όταν ξέρεις.
Όταν αξιώνεις από τους άλλους να αναγνωρίζουν τις ευθύνες τους, να
αναλαμβάνεις κι εσύ ο ίδιος τις δικές σου.
Να αποφεύγεις κάτι ευχάριστο, που αργότερα προξενεί λύπη.
Μακριά από κάθε υπερβολή.
Μη συναναστρέφεσαι ανήθικα άτομα.
Να μην ψευδολογείς, αλλά να λες την αλήθεια.
Έχε τη λογική οδηγό στη ζωή σου.
Μή μιλάς για κάτι που δεν το είδες.
Να δίνεις στους συμπολίτες σου όχι τις πιο ευχάριστες συμβουλές, αλλά τις πιο ορθές.
Να βγάζεις συμπεράσματα για τα άγνωστα έχοντας υπόψη σου τα γνωστά.
Να μελετάς όσα αξίζουν.
Να είσαι μειλίχιος με τους δικούς σου.
Να τιμάς τους φίλους σου.
Να μη δημιουργείς γρήγορα φιλίες, αλλά όσους φίλους αποχτήσεις, να μην τους απορρίπτεις σε λίγο.
ΧΙΛΩΝ Ο ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
(Πολιτικός, νομοθέτης της Σπάρτης)
Η τελετή τού γάμου σου να είναι απλή.
Να αποχτήσεις αυτογνωσία.
Στα συμπόσια των φίλων σου μη βιάζεσαι να παρευρεθείς, στις ατυχίες τους όμως να τρέχεις αμέσως.
Να προτιμήσεις μάλλον να υποστείς μια ζημιά παρά να έχεις ανέντιμο κέρδος γιατί το πρώτο θα σε στενοχωρήσει μία φορά, το άλλο θα είναι πηγή διαρκούς στενοχώριας.
Η γλώσσα σου να μην τρέχει πριν από τη σκέψη σου.
Να συγκρατείς το θυμό σου.
Να μην επιθυμείς αδύνατα πράγματα.
Μην κακολογείς τους διπλανούς σου ειδεμή θ' ακούσεις πράγματα που θα σε στενοχωρήσουν.
Να πειθαρχεrς στους νόμους.
Σαν πίνεις, πρόσεχε να μη λες πολλά, επειδή θα σου ξεφύγουν και πράγματα που δεν πρέπει να λέγονται.
Να σέβεσαι τον μεγαλύτερό σου.
Άριστο είναι εκείνο το πολίτευμα όπου οι πολίτες πειθαρχούν υπερβολικά στους νόμους και ελάχιστη σημασία δίνουν σ' αυτά που τους λένε οι ρήτορες.
Να αποστρέφεσαι εκείνον που παρακολουθεί με περιέργεια τις ξένες υποθέσεις.
Τον πεθαμένον να τον καλοτυχίζεις.
Τον κακότυχο μην τον περιγελάς.

Από μήνυμα του επίκ. καθ. Δημήτρη Πατέλη

Αριστοτέλης: περί ευδαιμονίας, αρετής, προαίρεσης και ευθύνης

Η ευδαιμονία αποτελεί επιδίωξη του ανθρώπου σύμφωνα με σχεδόν όλο τον αρχαιοελληνικό στοχασμό. Ενδεικτικά σημειώνουμε την άποψη ενός από τους Προσωκρατικούς, του Δημόκριτου:“Ευδαιμονίη ψυχής έργον, ουκ εν βοσκήμασιν οικεί ουδέ εν χρυσώ· ψυχή οικητήριον δαίμονος” δηλαδή “Η ευδαιμονία είναι έργο, απόκτημα της ψυχής του ανθρώπου, η ευδαιμονία δεν κατοικεί στα κοπάδια ζώων, δεν αγοράζεται με χρυσάφι. Η ψυχή είναι η κατοικία της ευδαιμονίας”. Και είναι προφανές ότι η επιδίωξη ευδαιμονίας και η επιλογή δρόμου αναζήτησης αποτελεί κύριο κεφάλαιο της Φιλοσοφίας Ζωής των ανθρώπων και συνοδεύεται από τις αντιλήψεις για τη ζωή και την κοινωνία του Ανθρώπου, από την επιλογή τρόπου ζωής και συμπεριφοράς προς το συνάνθρωπο και από την αποδοχή σκοπών ζωής και κανόνων δράσης, ώστε να επιτυγχάνεται και ευδαιμονία.

Γνωρίζουμε ότι πρώτος ο Αριστοτέλης προσπάθησε συστηματικά να αναλύσει το πώς ορίζεται η ευδαιμονία και πώς επιδιώκεται με την ανθρώπινη δραστηριότητα. Στην προσπάθεια αυτή αφιέρωσε τρία συγγράμματα: Ηθικά Νικομάχεια, Ηθικά Ευδήμεια, Μεγάλα Ηθικά .
Σύνδεση της ευδαιμονίας με όλες τις πνευματικές δραστηριότητες του ανθρώπου διακρίνουμε πρώτη φορά στο πολυσχιδές έργο του Δημόκριτου . Αλλά ο Αριστοτέλης επιχείρησε συστηματικά να συνδέσει την ευδαιμονία του ανθρώπου με την ηθική αντίληψη και δράση του γράφοντας τα τρία έργα που προσημειώσαμε. Και διατύπωσε σχετικό ορισμό στο τέλος του πρώτου βιβλίου των Ηθικών Νικομαχείων γράφοντας: ”Η ευδαιμονία είναι μια ευχάριστη ψυχική κατάσταση που προκύπτει από τη δραστηριότητα της ψυχής, εφόσον αυτή η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με την τέλεια αρετή”.
Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, θαυμαστής του Σωκράτη, έγραψε για τη συνήθειά του να οδηγεί τους συνομιλητές του στον ορισμό των εννοιών: “Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω” - “Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας” ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας, όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος.
• “Η ηθική εξ έθους περιγίγνεται , όθεν και το όνομα” - “Η ηθική αντίληψη του ανθρώπου διαμορφώνεται με τη συνήθεια, από όπου παράγεται και η λέξη” “Ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν εγγίγνεται (αλλά εξ έθους περιγίγνεται)” - “καμιά ηθική αρετή δεν την έχουμε έμφυτη, δοσμένη από τη φύση, αλλά διαμορφώνεται στον άνθρωπο με τη συνήθεια, με την επανάληψη τέτοιας συμπεριφοράς”
• “Οι νομοθέται τους πολίτας εθίζοντες ποιούσιν αγαθούς” - Οι νομοθέτες προσπαθούν να κάνουν τους πολίτες αγαθούς με τη συνήθεια, τον εθισμό. 
• “Η του ανθρώπου αρετή είη αν η έξις αφ’ ης αγαθός άνθρωπος γίγνεται” - Αρετή του ανθρώπου μπορεί να είναι η επαναλαμβανόμενη καλή συνήθεια με την οποία ο άνθρωπος γίνεται αγαθός, ενάρετος. 
• “Σημείον δει ποιείσθαι των έξεων την επιγιγνομένην ηδονήν ή λύπην τοις έργοις” - Κριτήριο των επαναλαμβανομένων συνηθειών πρέπει να θεωρούμε τη χαρά ή τη λύπη που προκύπτει από τις πράξεις μας. 
• “Εκ των ομοίων ενεργειών αι έξεις γίγνονται” - Οι έξεις, παγιωμένες συνήθειες διαμορφώνονται με την επανάληψη όμοιων ενεργειών. 
• “Η αρετή πάσης τέχνης ακριβεστέρα και αμείνων…του μέσου αν είη στοχαστική. Λέγω δε την ηθικήν, αύτη γαρ περί πάθη και πράξεις” - “Η αρετή είναι πιο ακριβής και πιο καλοπροαίρετη από κάθε τέχνη….μπορεί να είναι και στοχαστική του μέσου. Και εννοώ την ηθική, γιατί αυτή ανάγεται στα πάθη των ανθρώπων και στα αντίστοιχες πράξεις τους”
• “Η αρετή περί πάθη και πράξεις εστί το μέσον επαινείται και κατορθούται ταύτα δε άμφω της αρετής. Μεσότης, άρα, η αρετή στοχαστική ούσα του μέσου” - “Η αρετή αναφέρεται στα πάθη των ανθρώπων και στις πράξεις τους όπου ο μέσος δρόμος επαινείται και κρίνεται επιτυχία, κατόρθωμα. Αυτά είναι τα δυο γνωρίσματα της αρετής. Άρα η αρετή είναι κάποια μέση πορεία και γι’ αυτό στοχάζεται σταθερά πού βρίσκεται ο μέσος ή μεσαίος δρόμος”. 
• ”Το μέσον προς ημάς, μήτε πλεονάζει μητε ελλείπει, τούτο δε ουχ εν ουδέ ταυτόν πάσιν, πας δε επιστήμων την υπερβολήν και την έλλειψιν φεύγει, το δε μέσον ζητεί και τούθ’ αιρείται” - Το μέσο (η μέση οδός) νοείται σε σχέση με μας που το επιλέγουμε κα νοείται ως κατάσταση όπου δεν πλεονάζει κάτι ούτε υπολείπεται. Αυτό το μέσον δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους….και κάθε συνετός αποφεύγει την υπερβολή και την έλλειψη, αναζητεί το μέσο δρόμο και αυτόν επιλέγει.
• “Έστιν, άρα, η αρετή έξις προαιρετική εν μεσότητι ουσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ω αν ο φρόνιμος ορίσειεν, ειδώς προαιρούμενος, βεβαίως και αμετακινήτως” - Είναι λοιπόν η αρετή η παγιωμένη διάθεση ή ο σταθερός προσανατολισμός του νου, που αποφασίζει ελεύθερα τις επιλογές των πράξεων και των αισθημάτων μας, ουσιαστικά συνίσταται στην αναζήτηση του μέσου δρόμου δράσης σε σχέση με μας, όπως δηλαδή μπορεί να αποφασίσει ο συνετός άνθρωπος και ο φρόνιμος συνειδητά επιλέγει τη μέση οδό και σ’ αυτήν πορεύεται με σταθερότητα και δίχως παρεκκλίσεις..
• Αλλά, για να γίνει αρετή από προαίρεση πράξη, είναι ανάγκη ο άνθρωπος να μάθει κάποιο τρόπο πράξης. Ο Αριστοτέλης προσθέτει σχετικά: ”Α δει μαθόντας ποιείν ταύτα ποιούντες μανθάνομεν” - Αυτά λοιπόν που οφείλουμε να πράττουμε αφού τα μάθουμε, αυτά τα μαθαίνουμε πράττοντες (με διαρκή άσκηση σ’ αυτά).
• Και επειδή η μάθηση είναι θέμα παιδείας, θυμάται ο Αριστοτέλης ένα σχετικό ορισμό από τη μαθητεία του στον Πλάτωνα. Γράφει λοιπόν: “Περί ηδονάς και λύπας εστίν η ηθική αρετή…..Διό δει ήχθαι πως εκ νέων , ως ο Πλάτων φησίν, ώστε χαίρειν τε και λυπείσθαι οις δει η γαρ ορθή παιδεία αύτη εστίν” - Η ηθική αρετή των ανθρώπων αναφέρεται στις χαρές και στις πίκρες που νιώθουν από τη δράση τους…Γι’ αυτό είναι ανάγκη να έχει κανείς οδηγηθεί σε άσκηση αρετής από τα νιάτα του, όπως έχει γράψει ο Πλάτων, ώστε να χαίρεται ή να λυπάται με δραστηριότητα που προκαλεί χαρά ή λύπη. Και αυτό είναι το νόημα της ορθής παιδείας. 
Τι σημαίνουν οι όροι: αγαθός, λόγος, φρόνιμος, τι είναι η προαίρεσις και ποιος ο πλατωνικός ορισμός παιδείας;
Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης περί Παιδείας αναφέρει: “Τρεις παράγοντες συμβάλλουν στο να γίνονται οι άνθρωποι αγαθοί και σπουδαίοι. Και είναι αυτοί οι παράγοντες: η φυσική προδιάθεση, οι εθισμοί και η λογική ικανότητα του ανθρώπου” Αναλύοντας στη συνέχεια τους σκοπούς χαρακτηρίζει κυριότατον την καλλιέργεια του λόγου, με τούτο το σκεπτικό: «δια τον λόγον οι άνθρωποι δύνανται πράττειν και εναντία τοις εθισμοίς και τη φύσει, εάν πεισθώσιν άλλως έχειν βέλτιον» = γιατί με τη λογική ικανότητά τους οι άνθρωποι κατορθώνουν να πράττουν έργα αντίθετα προς τους εθισμούς και τις φυσικές ορμές τους, αν πειστούν ότι κάποια άλλη πορεία είναι πιο σωστή.
Στο τρίτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων διευκρινίζει: “έστι γαρ (αρετή) ου μόνον η κατά τον ορθόν λόγον αλλ’ η μετά του ορθού λόγου έξις αρετή (εστί)». «Ορθός δε λόγος περί των τοιούτων η φρόνησις” -“Αρετή δεν είναι απλά η έξη (σταθερή συνήθεια) που διαμορφώθηκε με τον ορθό λόγο, αλλά είναι αρετή η σταθερή έξη που συμπορεύεται μόνιμα με τον ορθό λόγο. Και ορθός λόγος για τέτοια θέματα (ηθικής τάξης ) είναι η φρόνηση”. 
Για την έννοια της φρόνησεως ο  Δημόκριτος έγραψε: «Τριτογένεια η Αθηνά φρόνησις νομίζεται. Γίγνεται δε εκ του φρονείν τρία ταύτα: βουλεύεσθαι καλώς (ευ λογίζεσθαι), λέγειν αναμαρτήτως (ευ λέγειν) και πράττειν α δει» δηλαδή “Τριτογένεια λέγεται η Αθηνά και θεωρείται ενσάρκωση της φρόνησης. Η δε φρόνηση εκφράζεται με τρεις δυνατότητες: να σκεπτόμαστε σωστά, να διατυπώνουμε τη σκέψη μας άψογα, να πράττουμε αυτά που κρίνονται από τους άλλους σωστά, άρα ευεργετικά”.
 Τι σχέση έχει η προαίρεση με τη βούληση και την ελεύθερη επιλογή; Ποια τα όρια λειτουργίας της ή εμβέλειάς της και ποια η σχέση της με το λογικό του ανθρώπου;
Στο τρίτο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων αναφέρει:
“Η βούλησις του τέλους εστί μάλλον, η δε προαίρεσις των προς το τέλος, όλως δε έοικεν η προαίρεσις περί τα εφ’ ημίν είναι” - Η βούλησή μας εκφράζει μάλλον έναν τελικό σκοπό, ενώ η προαίρεσή μας επιλέγει τα μέσα που θεωρούμε χρήσιμα για την επίτευξη του σκοπού και μάλλον η προαίρεσή μας βασίζεται σε ό,τι μπορούμε εμείς να πραγματοποιήσουμε, ό,τι κρίνουμε ότι είναι μέσα στα όριά μας. Επίσης, “Η προαίρεσις μετά λόγου και διανοίας, υποσημαίνειν δε έοικεν και το όνομα ως ον προ ετέρων αιρετόν” - Η προαίρεσή μας συνοδεύεται από λογική και περίσκεψη, όπως φαίνεται να υποδηλώνει και ο όρος που χρησιμοποιούμε: αιρετό ονομάζουμε κάτι που το προτιμάμε συγκρίνοντας το με κάτι άλλο, άρα ύστερα από ενέργεια λογική και σκέψη.
Παρατηρούμε ότι ο Αριστοτέλης ήδη έχει αγγίξει το κυριότερο ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης και δράσης, αυτό της Ελευθερίας της Συνείδησης του Ανθρώπου και της συνακόλουθης ευθύνης του. Τέτοιο ζήτημα δεν είχε ακόμη διατυπωθεί διακριτά από τους φιλοσόφους. Με σαφήνεια το έθεσαν, μια γενιά αργότερα από τον Αριστοτέλη, οι Στωικοί , ενώ είναι πιθανό ότι το είχε αγγίξει παλαιότερα ως πρόβλημα ο Δημοκριτος .

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Πλάτωνος «Π Ο Λ Ι Τ Ε Ι Α» – Η συζήτηση περί δικαιοσύνης και αδικίας



Α΄ βιβλίο
Η κατάβαση στον Πειραιά, στο σπίτι του Κέφαλου.
Η απόπειρα ορισμού : τι είναι δίκαιο;
Το πρώτο βιβλίο της Πολιτείας ανοίγει την αυλαία για το μεγάλο έργο. Μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα γιορτής, που γίνεται αφορμή για την κατάβαση του Σωκράτη στον Πειραιά, και την προσδοκία του θανάτου, που επιστεγάζει τα γηρατειά, όπως τη ζει και την εκφράζει ο Κέφαλος, ακολουθεί η συζήτηση για τη δικαιοσύνη, που κορυφώνεται σε μιαν έσχατη αναμέτρηση ανά­μεσα στον βίο του δικαίου και του αδίκου. Απέναντι στον φιλό­σοφο στέκει ο σοφιστής, απέναντι στον αληθινό πολιτικό ο τύραννος.
            Ο Κέφαλος, ο γηραιός οικοδεσπότης, είναι ένας μέτοικος, πλούσιος έμπορος, όμως η ζωή του είναι κόσμια και τα πλούτη που κέρδισε, μετρημένα. ‘Εχει την αίσθηση ότι έζησε μια δίκαιη ζωή, και ήρεμα, με αγαθή ελπίδα, αντικρύζει τώρα τον θάνατο. ‘Οταν αποχωρεί όμως ο Κέφαλος, ο διάλογος αρχίζει έντονος.
            Το θέμα ξεκινά από μια παραδοχή της αρχής, που είναι κοινά αποδεκτή και ακολουθεί τη συμβατική ηθική, για να φτάσει σε μια καίρια αμφισβήτηση γύρω από την αξία της ζωής και το μέτρο που κρίνει αυτή την αξία.
Στην πρώτη σκηνή ο Σωκράτης συζητά με τον Πολέμαρχο, τον γιο του Κέφαλου.
α. Ο παραδοσιακός ορισμός του δικαίου.
Η πρώτη προσπάθεια ορισμού, δηλ. της συνειδητοποίησης του τι είναι δίκαιο, αρχίζει.
            Δίκαιο, λέει ο Πολέμαρχος, είναι να δίνει κανείς πίσω τα οφει­λόμενα. Με το πνεύμα αυτό αναμένεται να ενεργεί ένας καλός έμπορος στις δοσοληψίες του. Ο ορισμός επεξηγείται όμως: δίκαιο είναι να κάνει κανείς καλό στους φίλους και κακό στους εχθρούς. Και πάλι βρισκόμαστεστε στο επίπεδο μιας γενικά αποδεκτής παραδοσιακής ηθικής. Σε ποιο όμως θέμα; Ο Πολέμαρχος απαντά: στις συναλλαγές, όταν πρόκειται για χρήματα. Ο χώρος είναι, ωστόσο, πολύ στενός για τον καθορισμό του δικαίου.
            Ο Πλάτων σκόπιμα διάλεξε ως υποστηρικτή της συμβατικής ηθικής έναν εκπρόσωπο αυτής της αντίληψης που, ως μέτοικος, εύλογα δεν επικαλείται την “πόλη” και τα έθιμά της· ο κανόνας του Κεφάλου δεν χαρακτηρίζει ειδικά μία πόλιν αλλά ένα επάγγελμα. Η ηθική του γέροντα αυτού είναι ακριβώς η χαρακτηριστική ηθική του τιμίου εμπόρου κάθε τόπου. Δίκαιο είναι να εκπληρώνεις τις εμπορικές σου υποχρεώσεις και ο λόγος σιυ “να αποτελεί εγγύηση”.
            Σ’ όλες όμως τις σχέσεις που αφορούν τη χρήση χρημάτων για ωφέλεια ή βλάβη, προβαίνουν, παρατηρεί ο Σωκράτης, οι τέχνες: η τέχνη της πλοήγησης (κυβερνητική), η οικοδομική, η ιππική κτλ. Αυτές λένε τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό.
            Η δικαιοσύνη όμως δεν έχει τόπο δικό της, είναι άχρηστη. Κι αν την ταυτίσει κανείς με την τέχνη της σωτηρίας χρημάτων, συμ­βαίνει το παράδοξο, αυτή να γίνεται μια τέχνη που δεν αποκλείει την κλοπή για σκοπούς συντήρησης των χρημάτων .
            Στο επίπεδο λοιπόν της οποιασδήποτε τέχνης η δικαιοσύνη γίνεται άχρηστη ή συμμαχεί με την κλοπή (!), αφού όλες οι τέχνες αυτού του είδους μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το καλό ή το κακό.
β. Ο ορισμός επανέρχεται: αν δίκαιο είναι να ωφελείς τους φίλους και να βλάπτεις τους εχθρούς, οι φίλοι είναι οι καλοί, οι εχθροί οι κακοί.
             Είναι όμως, παρατηρεί ο Σωκράτης, αυτοί που νομίζουμε ή αυτοί που πράγματι είναι καλοί; Αναμφισβήτητα, αυτοί που είναι πραγματικά καλοί. ‘Ετσι τίθεται θέμα γνώμης, ενδεχομένως απα­τηλής, ή γνώσης της αλήθειας. Η δικαιοσύνη έχει να κάνει.όχι με το φαινομενικό, αλλά με την αλήθεια. Και ύστερα, παρατηρεί ο Σωκράτης, πώς είναι δυνατόν ο δίκαιος, που είναι καλός, να προ­ξενεί κακό βλάπτοντας τους εχθρούς;
Το δίκαιο είναι μια ηθική αξία ασυμβίβαστη με το άδικο και το κακό.
            Η άσκηση του δικαίου δεν μπορεί να οδηγεί στην ανταδικία. Αφήνεται λοιπόν εδώ να υπονοηθεί η επαναστατική για την εποχή της σωκρατική αρχή, ότι όχι μόνο δεν πρέπει να αδικούμε, αλλά και να μην ανταποδίδουμε την αδικία (μή ανταδικεϊν).
“οὐ δεῖ ἀδικεῖν, οὐδέ ἀνταδικεῖν ἀδικούμενος” (Κρίτων)
            Η αρχή λοιπόν της συμβατικής ηθικής, να ωφελείς τους φί­λους και να βλάπτεις τους εχθρούς, ναυαγεί μέσα στην ίδια την επιφανειακή της προσέγγιση, που δεν αντέχει ούτε στο κριτήριο της γνώσης ούτε στο κριτήριο του αληθινά καλού. Η ηθική στο επίπεδο της δοσοληψίας ερμηνευόμενη έτσι οδηγεί τον άνθρωπο στην ύβρη της πλεονεξίας.
            “Ο απλός αυτός κανόνας που ισχύει για τις εμπορικές συναλλαγές δε μπορεί να θεωρηθεί υπέρτατη ηθική αρχή· και τούτο για δύο λόγους :
                α) Σε πολλές περιπτώσεις η ενδεχόμενη τήρησή του κατά γράμμα θα αποτελούσε προφανή παραβίαση του πνεύματος της δικαιοσύνης, και
                β) Αν επιχειρήσουμε να τον διατυπώσουμε ως γενική αρχή, προκύπτει μια ηθική αρχή κακή.
                Εναντίον της απόψεως του Πολεμάρχου ότι η ηθική ανάγεται στο  “να δίνεις στον καθένα ότι δικαιούται”, με το νόημα του να είσαι άκρως πολύτιμος φίλος για τους φίλους σου και άκρως επικίνδυνος εχθρός για τους εχθρούς σου, είναι ανάγκη να δειχτεί ότι για να δεχτεί η συνείδηση ενός τιμίου ανθρώπου τέτοιο κανόνα συμπεριφοράς, πρέπει τουλάχιστον να θεωρήσουμε ότι ως “φίλοι” και “εχθροί” μας εννοούνται, αντιστοίχως, “οι καλοί” και ” οι κακοί”. ακόμη και στην περίπτωση αυτή, όμως, μια τέτοια γενική αρχή καταδικάζεται από το γεγονός ότι θεσπίζει ως στοιχείο ηθικής την πρόκληση κακού σε κάποιον”.                                                                                                                                                                            Α.Ε. Τaylor
Ο διάλογος με τον σοφιστή Θρασύμαχο
Στη δεύτερη σκηνή ο Σωκράτης συζητεί με τον σοφιστή Θρα­σύμαχο.
Κατά τη συζήτηση αυτή μεταφερόμαστε από την περιοχή των ιδιωτικών σχέσεων στην περιοχή των πολιτικών πραγμάτων, και από τη συμβατική παραδοσιακή ηθική στον επαναστατικό «αντιη­θικισμό».
Στο πρόσωπο του Θρασύμαχου έχουμε μιαν άλλη ενσάρκωση του σοφιστή, και στις απόψεις του εντοπίζονται οι αντίστοιχες περί δικαιοσύνης της Σοφιστικής.  Αν ο Γοργίας είναι ο σοφιστής-ρήτορας, ο Καλλι­κλής ο σοφιστής-κήρυκας της βούλησης για δύναμη, ο Θρασύμα­χος είναι ο σοφιστής-εκπρόσωπος του τυράννου.
Κατά τον Θρασύμαχο δίκαιο είναι «τό τοῦ κρείττονος συμφέ­ρον», το συμφέρον δηλ. του πιο ισχυρού. Και ο πιο ισχυρός (ὁ κρείττων) είναι αυτός που κατέχει την εξουσία μέσα στην πόλη, ο ηγεμόνας. Όχι λοιπόν ο πλούσιος, ο χρηματιστής (Πολέμαρχος) στις ιδιωτικές του σχέσεις, αλλά ο τυραννικός άνδρας στα πράγ­ματα της πολιτείας, αυτός ενσαρκώνει τη δικαιοσύνη.
            Δεν πρόκειται, απαντά στον Σωκράτη, για έναν οποιονδήποτε «δημιουργό» -τεχνίτη ή ειδικό μιας επιστήμης, αλλά γι ‘ αυτόν που έχει εξουσία πάνω σε όλους, τον ηγεμόνα της πολιτείας. (Και ο Γοργίας στον ομώνυμο διάλογο είχε πει ότι η ρητορική έχει όλες τις δυνάμεις υπό την εξουσία της). Ο αληθινός άρχοντας κάνει ό, τι τον συμφέρει, κι αυτή είναι η δικαιοσύνη.
                        Ωστόσο, αντιπαρατηρεί ο Σωκράτης, κάθε τέχνη αποβλέπει πάντοτε στο συμφέρον αυτού, για τον οποίο απεργάζεται το έργο της: ο γιατρός αποβλέπει στο συμφέρον του αρρώστου, ο κυβερνή­της του ταξιδεύοντος κτλ.
            Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με τον άρχοντα-πολιτικό. Θα πρέπει κι αυτός με την τέχνη του να αποβλέ­πει στο συμφέρον των αρχομένων και όχι του ιδίου. Γι ‘ αυτό και υπάρχει σε κάθε τέχνη ο μισθός, για να ανταμείβει τον δημιουργό.
  Η αντιστροφή των βίων
Ο Θρασύμαχος όμως είναι ανένδοτος. Η εμπειρία, λέει, της ζωής δείχνει ότι ο ποιμένας, όπως και ο άρχοντας, δεν αποβλέ­πουν στο συμφέρον της αγέλης ή του λαού τους, αλλά στο δικό τους. Ο τύραννος είναι αυτός που φτάνει στην τέλεια αδικία, γιατί κατορθώνει, σε αντίθεση προς τους κοινούς εγκληματίες, που συλλαμβάνονται, όχι μόνο ν’ αρπάξει, χωρίς να γίνει αντιλη­πτός, όλα μαζί τα ξένα αγαθά, τα ιδιωτικά και τα δημόσια, τα ιερά και τα όσια, αλλά και να καταστήσει υποχείριούς του όλους τους άλλους. Αυτόν που υπεξαιρεί την ελευθερία των συμπολι­τών του είναι που ονομάζουμε ευδαιμονέστατο, ενώ τους άλλους, που δεν βαστάζει η καρδιά τους να αδικήσουν, αθλιώτατους. Η αδικία, συμπεραίνει, είναι «ἰσχυρότερον καί ἐλευθε­ριώτερον καί δεσποτικώτερον τῆς δικαιοσύνης».
            Κατά τη συλλογιστική του στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ηθική υποχρέωση. Πρόκειται για τη θεωρία ότι η δικαιοσύνη ή η ηθική ισοδυναμεί με συμμόρφωση προς το νόμον (υπακοή δηλ. στους θεσμούς και παραδόσεις  της κοινωνίας). Αλλά τους θεσμούς αυτούς τους επέβαλε αρχικά στο λαό η κυρίαρχη εξουσία, με μοναδικό στόχο το όφελός της, και ο μόνος λόγος που πρέπει να τους σεβόμαστε είναι ότι η εξουσία αυτή έχει τη δύναμη να κάνει να υποφέρει αυτόν που δεν τους τηρεί.
            Πρόκειται ωστόσο, παρατηρεί ο Σωκράτης, ώ δαιμόνιε Θρα­σύμαχε, για μια πολύ μεγάλη υπόθεση, που δεν αφορά ένα μικρό πράγμα, αλλά την ίδια την «διαγωγήν του όλου βίου». Είναι η ίδια η ζωή μας που συζητείται και καταξιώνεται ή συντρίβεται μέσα στον διάλογο. Γι ‘ αυτήν πρόκειται, απαντά ο Θρασύμαχος. Κι ο τύραννος έχει τη δική του αξιολογική κλίμακα στηριγμένη στην πλεονεξία και την αδικία. Ο βίος του άδικου, σύμφωνα με την κλίμακα αυτή, είναι ανώτερος από εκείνον του δικαίου.
            Κατά συνέπεια:
 - η δικαιοσύνη είναι ευγενής βλακεία. Η αδικία είναι ευβουλία
             - οι άδικοι είναι φρόνιμοι και καλοί. Η αδικία είναι αρετή και σοφία.
            Η μεταστροφή των αξιών είναι λοιπόν πλήρης: ο βίος αναποδο­γυρίζεται όπως και τα κριτήρια που τον στηρίζουν. Το συμβατικό, παραδοσιακό νόημα των λέξεων, μεταβάλλει ριζικά τη σημασία του και περνούμε σε μια περιοχή αντισυμβατική, που εγκαθιδρύει μια νέα αντεστραμμένη ηθική, μιαν αντιηθική.
            Ο ισχυρισμός όμως του Θρασύμαχου αντιμετωπίζει τρία σημεία της κριτικής του Σωκράτη:
                α. Ότι το να άρχεις είναι γνώση. Η γνώση όμως είναι πάντα γνώση ενός μέτρου, όχι η αμετρία της πλεονεξίας. Η δικαιοσύνη γνωρίζει την περιοχή του δικαίου του άλλου, χωρίς όριο είναι η αδικία.
                β. Η δύναμη δεν υπάρχει χωρίς γνώση, αλλιώς είναι αδυναμία.
                γ. Κάθε ον έχει την αρετή του επιτελώντας το έργο του. Η αρετή της ψυχής είναι η δικαιοσύνη. Εφόσον είναι δίκαιη, θα ζήσει καλά (εὖ βιώσεται), θα είναι ευδαίμων.
Ο βίος του δικαίου είναι επομένως αυτός που εγγυάται την ευδαιμονία.
            Και τα τρία αυτά σημεία αποδεικνύουν την αντιφατικότητα του ισχυρισμού του Θρασύμαχου, που ορθώνεται σαν μια απειλή και οδηγεί ήδη μέσ’ από την ίδια τη σύστασή της στην αυτοκατα­στροφή. Γιατί ο άδικος ζώντας μέσα σ’ ένα συνεχή διχασμό δεν μπορεί να συμβιώσει ούτε με τους άλλους, ούτε με τον εαυτό του. Ο Θρασύμαχος με τον αυθάδη κυνισμό του μας φανερώνει έτσι το αντιείδωλο του πολιτικού, που επιχειρεί να ορθώσει ο Σωκράτης. Είναι κι αυτός ένα πρότυπο, που κυοφορείται σε μια εποχή, κατά την οποία η δημοκρατία έχει παραδοθεί στη δημαγω­γία και οι αξίες που συνιστούσαν την παραδεδομένη αρετή, έχουν φθαρεί.
                        Ο Σωκράτης όμως ξέρει ότι αυτό το πρότυπο είναι ένας έσχατος κίν­δυνος. Και γι’  αυτό επιχειρηματολογώντας προχωρεί έως τις ρίζες της ελληνικής ηθικής, που είναι ηθική του μέτρου.
            Είναι αυτό το μέτρο και η αρμονία, που έχουν πηγή τους την πυθαγόρεια θεωρία της μουσικής και των αριθμών. Είναι η ηθική μιας οντολογικής τάξης, όπως την είδαμε στον Γοργία, που οικεί μέσα στη χορδή της λύρας, την όραση του ματιού, την υγεία του σώματος και την αρετή της ψυχής. Το μέτρο αυτό χαρακτηρίζει τον κόσμο στο σύνολό του ως μια τάξη και όχι ως αταξία και αμετρία.
            Το προανάκρουσμα της αντιπαράθεσης των δύο παραδειγμά­των βίου θα αποτελέσει ένα κέντρο αναφοράς σ’ όλη την Πολι­τεία, που σχεδιάζοντας τον αληθινό πολιτικό-φιλόσοφο θα βρί­σκεται σε συνεχή αναμέτρηση με το αντεστραμμένο είδωλό του, τον τύραννο ή τον σοφιστή, ώσπου στον μύθο που επιστεγάζει το έργο, η κρίση να γίνει από τη σκοπιά της μεταθανάτιας μοίρας της ψυχής.
                Η θεωρία του Θρασύμαχου στην πράξη θα συνέπιπτε με τη θεωρία του Καλλικλή στον “Γοργία”, αλλά υπάρχει η σημαντική διαφορά ότι οι δύο ανηθικιστές ξεκινούν από δύο αντίθετες παραδοχές. Ο Καλλικλής είναι οπαδός της  “φύσεως”, δηλ. πιστεύει ειλικρινά ότι, ο εκ φύσεως ισχυρός έχει πράγματι το δικαίωμα να εκμεταλλεύεται απόλυτα τη δύναμή του· αντίθετα ο Θρασύμαχος πρεσβεύει την άποψη ότι ολόκληρη η ηθική αποτελεί  “σύμβαση”. Ένδειξη της ορθότητας της θεωρίας του αποτελεί το απλό γεγονός ότι όλα τα κράτη χαρακτηρίζουν ως βαρύτερο έγκλημα την “έσχατη προδοσία”, δηλ. την υπονόμευση της κυρίαρχης εξουσίας. Πρώτη μέριμνα κάθε κράτους είναι να διασφαλίσει το σύνταγμα, προστατεύοντάς το από την επανάσταση. Στη συνέχεια η διασφάλιση του συντάγματος ταυτίζεται με τη διασφάλιση των ιδιωτικών συμφερόντων των εκάστοτε συγκεκριμένων ατόμων που ασκούν την εξουσία. Κατόπιν μνημονεύεται η “ανάποδη όψη” του πολιτικού και του ιδιωτικού βίου, δηλ. η ασυνειδησία και η ιδιοτέλεια των πολιτικών και η ετοιμότητα των ιδιωτών να εξαπατούν τους συμπολίτες τους ή το δημόσιο, όποτε τους δοθεί η ευκαιρία. Η συλλογιστική του Θρασυμάχου βασίζεται στη πρόσθετη παραδοχή  ότι η  “ανάποδη όψη” της ζωής είναι και η μοναδική…
                Και ο Σωκράτης, όταν έρχεται η σειρά του να απαντήσει, Δε δυσκολεύεται καθόλου να επικαλεστεί γεγονότα εξ ίσου  “πραγματικά” αλλά πολύ διαφορετικά, λ.χ. το γεγονός ότι ο πολιτικός περιμένει κάποιου είδους ανταμοιβή για το έργο του, πράγμα που δείχνει ότι αυτό καθαυτό δεν είναι απαραίτητα “συμφερτικό”. Ακόμα και όπως έχει ο κόσμος η ζωή του “ισχυρού” δε συνίσταται μόνο σε απόκτηση χωρίς αντιπαροχή.
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                      Α.Ε. Τaylor
  Β΄ βιβλίο
            Με την έναρξη του β΄ βιβλίου κάνουμε τη γνωριμία της γνήσιας διατύπωσης της ανηθικιστικής διδασκαλίας (της οποίας υπερβολική παραλλαγή παρουσίασε ο Θρασύμαχος), δηλαδή της θεωρίας ότι ο σεβασμός των ηθικών κανόνων αποτελεί την έσχατη λύση, αναπόφευκτη δυστυχώς για τους κοινούς ανθρώπους.
            Η άποψη αυτή αναφέρεται γενικά ως θεωρία του Γλαύκωνα και του Αδειμάντου·· ας σημειωθεί όμως ότι ο Αδείμαντος δεν συμμετέχει στη διατύπωση της θεωρίας, και ο Γλαύκων, που την εξηγεί διεξοδικά, φροντίζει να διαχωρίσει τη θέση του·· την παρουσιάζει ως διαδεδομένη στους μορφωμένους κύκλους της εποχής της Α΄ φάσης του Πελοποννησιακού πολέμου (Αρχιδάμειου) και στηριγμένη σε επιχειρήματα αληθοφανή αλλά, αβάσιμα. Ο ίδιος κάνοντας το συνήγορο του διαβόλου αναλαμβάνει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τη θέση που χειρίστηκε αδέξια ο Θρασύμαχος, ώστε να καταστεί αυτή η θέση στη συζήτηση διαψεύσιμη, αφού εξεταστούν τυχόν θετικά της στοιχεία.
            Η συλλογιστική του εστιάζεται στο ότι «οι άνθρωποι εφαρμόζουν τους κανόνες του δικαίου όχι από προτίμηση, αλλά επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή». Κατά βάθος καθένας επιδιώκει την ικανοποίηση των παθών του, η οποία όμως εξασφαλίζεται καλύτερα όταν υπάρχει ο φόβος των συνανθρώπων· αυτός αποτρέπει τις επιθετικές πράξεις σε βάρος τους. Όποιος έχει την ευκαιρία να ικανοποιήσει τα πάθη του χωρίς τύψεις, και είναι βέβαιος ότι δεν θα αποκαλυφθεί ούτε θα τιμωρηθεί, θα ήταν ανόητος να μην εκμεταλλευτεί την περίσταση.
            Αυτό είναι το νόημα του παραστατικού μύθου «του δαχτυλιδιού του Γύγη».
                Το βασικό γεγονός που δίνει περιεχόμενο και αιχμή στο μύθο είναι απλώς ότι, πασίγνωστα, δεν υπάρχει ανθρώπινη αρετή που δε θα την διέφθειρε η βεβαιότητα της ασυλίας. Για κανένα μας δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα έβγαινε από μια τέτοια δοκιμασία με το χαρακτήρα του αλώβητο.
Παρακολουθούμε λοιπόν τον Γλαύκωνα στην αρχή του δευτέρου βιβλίου της «Πολιτείας» και λίγο πριν την παρουσίαση του μύθου του Γύγη να εκθέτει, κάνοντας το συνήγορο του διαβόλου όπως προαναφέρθηκε, τις απόψεις του περί δικαιοσύνης :
            «Είναι, λέγουν από τη φύση καλό πράγμα να αδικεί κανείς, αλλά κακό να αδικείται, και μάλιστα πολύ περισσότερο κακό απ’  ότι είναι καλό να αδικεί· ώστε οι άνθρωποι, αφού με το να αδικούν και να αδικούνται μεταξύ των εδοκίμασαν και τα δύο, όσοι απ’ αυτούς δεν είχαν τη δύναμη ούτε να αποφεύγουν τις αδικίες των άλλων, ούτε οι ίδιοι να αδικούν, εσχημάτισαν την ιδέα πως τους είναι συμφερώτερο να συμφωνήσουν μεταξύ τους μήτε να αδικούν μήτε να αδικούνται· και από τότε άρχισαν να βάζουν νομους και να κάνουν συμφωνίες μεταξύ τους και να ονομάζουν δίκαιο και νόμιμο εκείνο που προστάζει ο νόμος· και αυτό είναι η γέννηση και η ουσία της δικαιοσύνης, που είναι το μέσο μεταξύ του καλύτερου, δηλ. να αδικεί κανείς χωρίς να παθαίνει τίποτα, και του χειρότερου, δηλ. να μην έχει κανείς τη δύναμη να εκδικείται όταν τον αδικούν· το δίκαιο λοιπόν, που είναι το μέσον αυτών των δύο, ικανοποιεί όχι επειδή είναι αφεαυτού καλό πράγμα, αλλά επειδή η αδυναμία πολλών να αδικούν το κάνει να το τιμούν για τέτοιο· γιατί ένας που μπορεί να κάνει το άδικο και είναι πραγματικά άντρας, ποτέ δε θα μπορούσε να έρθει με κανένα σε τέτοιο συμβιβασμό, ώστε μήτε να αδικεί, μήτε να αδικείται· γιατί αυτό θα ήταν τρέλλα εκ μέρους του. Αυτή λοιπόν και τέτοια είναι, Σωκράτη, η φύση της δικαιοσύνης, και από τα τέτοια που είπαμε είναι που γεννήθηκε, καθώς λένε».
                Η δικαιοσύνη, ισχυρίζεται ο Γλαύκων, είναι προϊόν αδυναμίας, διότι εάν είχαν εξασφαλισμένη την ατιμωρησία, και οι δίκαιοι και οι άδικοι, θα έκαν όλοι τα χειρότερα εγκλήματα για να κορέσουν τη φιληδονία τους. Η δικαιοσύνη συνεπώς δεν ανταποκρίνεται σε κάποια καθαρή ψυχική διάθεση, αλλά σε βιασμό της θελήσεως, είναι συμβιβασμός που επιτρέπει τη δύσκολη συνύπαρξη του συλλογικού με το ατομικό και τίποτε άλλο. Η απόδειξη που θα φέρει ο Γλαύκων για να στηρίξει τη θέση του είναι ο μύθος του Γύγη.
                Έτσι ο Γλαύκων θα θέσει στο Σωκράτη το ερώτημα περί της ουσίας της δικαιοσύνης.

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

Αποφθέγματα του Πλάτωνος



Ο Πλάτων γεννήθηκε περίπου στα 428 π.Χ. σε μια αθηναϊκή οικογένεια με πολιτική παράδοση, και πέθανε στα 347 π.Χ.
Ο Αριστοτέλης μας πληροφορεί ότι κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της νεότητάς του, ο Πλάτων ήλθε σε επαφή με τα δόγματα του Κρατύλου, ενός μαθητή του Ηράκλειτου, ο οποίος μαζί με άλλους προσωκρατικούς στοχαστές όπως ο Πυθαγόρας και ο Παρμενίδης έδωσαν στον Πλάτωνα τις βάσεις των μεταφυσικών και επιστημολογικών αναζητήσεων.
Καθώς όμως συνάντησε το Σωκράτη προσανατόλισε τις αναζητήσεις του στο φιλοσοφικό ζήτημα της αρετής.
Η πλατωνική φιλοσοφία πραγματεύεται τη φύση του «αισθητού» και του «υπεραισθητού» κόσμου, και αποτελεί το πρώτο στην Ιστορία καθολικό σύστημα.
Του συστήματος αυτού η επίδραση στο μεταγενέστερο κόσμο υπήρξε ανυπολόγιστη. Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Πλάτωνος αποτέλεσε, αποτελεί και θα αποτελεί διαχρονική βάση έρευνας και πολύπλευρης ανάλυσης των εκάστοτε φιλοσόφων και όχι μόνο.
Ορισμένα Αποφθέγματα του Πλάτωνος:
Όλος ο χρυσός που βρίσκεται κάτω ή πάνω από τη γη δεν είναι αρκετός για να δοθεί σε αντάλλαγμα για την αρετή.

Το να υπερνικήσει ένας άνθρωπος τον (κατώτερο) εαυτό του είναι η πρώτη και η πιο ευγενής απ’ όλες τις νίκες· το να ηττηθεί από τον (κατώτερο) εαυτό του είναι το πιο αποτροπιαστικό και επονείδιστο πράγμα.

Οι καλές πράξεις παρέχουν δύναμη στον εαυτό μας και εμπνέουν καλές πράξεις και στους άλλους. Οι καλοί άνθρωποι δεν χρειάζονται νόμους για να ενεργούν υπεύθυνα, ενώ οι κακοί άνθρωποι θα βρουν τρόπους να τους παρακάμψουν.

Η δικαιοσύνη στη ζωή και στη συμπεριφορά της Πολιτείας είναι δυνατή μόνο εάν πρώτα κατοικεί στις καρδιές και στις ψυχές των πολιτών. Εκείνος που κάνει την αδικία γίνεται πάντα πιο ελεεινός από εκείνον που την υφίσταται.

Ο κάθε άνθρωπος μπορεί εύκολα να βλάψει, αλλά το καλό σ’ έναν άλλο δε μπορεί να το κάνει ο κάθε άνθρωπος.

Η ανθρώπινη συμπεριφορά πηγάζει από τρεις κύριες πηγές: Επιθυμία, συναίσθημα, και γνώση.

Εάν ένας άνθρωπος παραμελεί τη μόρφωση, περπατάει κουτσός μέχρι το τέλος της ζωής του. Η άγνοια είναι η ρίζα και ο βλαστός όλων των κακών.

Με το άγγιγμα της αγάπης, ο καθένας γίνεται ένας ποιητής.

Να είσαι καλοσυνάτος, διότι ο κάθε άνθρωπος που συναντάς αγωνίζεται μια σκληρή μάχη.

Καλύτερο είναι το λίγο που έχει γίνει σωστά, παρά το πολύ που έγινε χωρίς τελειότητα.

Κανείς δεν γνωρίζει εάν ο θάνατος, τον οποίο οι άνθρωποι φοβούνται ως το μεγαλύτερο κακό, ίσως είναι το ύψιστο καλό.

Η παντελής άγνοια δεν είναι τόσο τρομερό ή ακραίο κακό, και πολύ απέχει από του να είναι το χειρότερο κακό απ’ όλα· όμως η μεγάλη ευφυΐα και η πολλή γνώση, όταν συνοδεύονται από κακή ανατροφή, είναι πολύ πιο καταστροφικές.

Ανάμεσα σε εκατό γεννιέται ένας ήρωας, ανάμεσα σε χίλιους βρίσκεται ένας σοφός άνδρας, αλλά μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα μπορεί να μη βρεθεί ούτε ανάμεσα σε εκατό χιλιάδες άνδρες.

Μια από τις τιμωρίες που υφίστανται οι σοφοί που αρνούνται να λάβουν μέρος στην κυβέρνηση είναι να ζουν κάτω από την κυβέρνηση χειρότερων ανθρώπων.

Η γνώμη είναι το ενδιάμεσο μεταξύ γνώσης και άγνοιας. Η φιλοσοφία είναι η ύψιστη μουσική. Τα μάτια της ψυχής του πλήθους είναι ανίκανα ν’ αντέξουν τη θεία οπτασία.

Ο μέγιστος πλούτος είναι να ζεις ικανοποιημένος με λίγα.

Οι πιο ενάρετοι άνθρωποι είναι εκείνοι που είναι ευχαριστημένοι με το να είναι ενάρετοι χωρίς να επιζητούν να φαίνονται ως τέτοιοι.

Η Πολιτεία είναι αυτή που είναι επειδή οι πολίτες είναι αυτοί που είναι.

Εύκολα συγχωρούμε ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι· η αληθινή τραγωδία στη ζωή είναι όταν ενήλικες φοβούνται το φως.

Πρέπει να θεωρούμε μέγιστης σπουδαιότητας το να φροντίζουμε ώστε τα πρώτα παραμύθια που τα παιδιά ακούν να έχουν προσαρμοστεί με τον πιο τέλειο τρόπο στο να προάγουν την αρετή.

Η σοφία είναι η επιστήμη των επιστημών.

Δεν θα υπάρξει τέλος στα προβλήματα των κρατών, ή της ίδιας της ανθρωπότητας, μέχρι τότε που οι φιλόσοφοι θα γίνουν βασιλείς του κόσμου, και έως ότου εκείνοι που τώρα αποκαλούμε βασιλείς και άρχοντες γίνουν πραγματικοί και αληθινοί φιλόσοφοι, οπότε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία θα έλθουν στα ίδια χέρια.

ellinikoarxeio

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Profile Visitor Map - Click to view visits